Ἐσχάτη
ὥρα ἐστί!

Δίνω το λόγο στους θεουμένους της Εκκλησίας μας:
«Και του έδωσαν 70 αργύρια από τον οίκο τού Βάαλ-βερίθ, και μ' αυτά ο
Αβιμέλεχ μίσθωσε ποταπούς και θρασείς άνδρες και τον ακολούθησαν. 5 Και μπήκε στον οίκο
τού πατέρα του στην Οφρά, και θανάτωσε τους αδελφούς του, τους γιους τού
Ιεροβάαλ, 70 άνδρες, επάνω σε μια πέτρα· εναπέμεινε, όμως, ο Ιωθάμ, ο νεότερος
γιος τού Ιεροβάαλ, επειδή κρύφτηκε.
6 Και συγκεντρώθηκαν όλοι οι άνδρες τής Συχέμ και όλη η οικογένεια του Μιλλώ, και καθώς ήρθαν έκαναν τον Αβιμέλεχ βασιλιά, κοντά στη βελανιδιά, που στέκεται στη Συχέμ.
8 Πήγαν
κάποτε τα δέντρα να χρίσουν επάνω τους βασιλιά· και είπαν στην ελιά: Γίνε
βασιλιάς επάνω σε μας. 9 Αλλ'
η ελιά τούς είπε: Να αφήσω εγώ το πάχος μου, με το οποίο τιμούνται ο Θεός και
οι άνθρωποι, και να πάω να άρχω επάνω σε δέντρα;

Δίνω το λόγο στους θεουμένους της Εκκλησίας μας:
6 Και συγκεντρώθηκαν όλοι οι άνδρες τής Συχέμ και όλη η οικογένεια του Μιλλώ, και καθώς ήρθαν έκαναν τον Αβιμέλεχ βασιλιά, κοντά στη βελανιδιά, που στέκεται στη Συχέμ.
7 Και όταν αυτό
αναγγέλθηκε στον Ιωθάμ, πήγε και στάθηκε επάνω στην κορυφή τού βουνού Γαριζίν
και ύψωσε τη φωνή του και βόησε και τους είπε: Ακούστε με, άνδρες τής Συχέμ,
και θα σας ακούσει ο Θεός.





