Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Ορθόδοξη Εκκλησιολογία και σύγχρονες προκλήσεις


«Ζητήματα Ἐκκλησιολογίας» *

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
 

 Ὁ μακαριστός π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, Καθηγητής τῆς Θεο­λογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, σέ κάποιο γράμμα του στόν ἐπίσης μακαριστό π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, Καθηγητή στόν Χάρβαντ τῆς Βοστώνης Ἀμερικῆς ἔγραφε: «Δυστυχῶς, ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι Ὀρθόδοξοι ἔχουμε χάσει ἐντελῶς τό νόημα τῆς διακρίσεως μεταξύ αἱρέσεως καί Ὀρθοδοξίας ἀκριβῶς, ἐπειδή ἔχουμε διαζεύξει τήν θεολογία ἀπό τήν εὐσέβεια καί προσπαθοῦμε νά γίνουμε εὐσεβεῖς χωρίς τήν καθοδήγηση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος, καί ἔτσι ἔχει καταστῆ ἐφικτό ἄνθρωποι μέ ἀσυνείδητες αἱρετικές προϋποθέσεις νά ὁρίζουν τό ὑπόδειγμα τῆς σύγχρονης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἰδιαίτερα σέ αὐτή τήν χώρα», ἐννοώντας τήν Ἀμερική (σελ. 78).
 

 
 
Στο βήμα της βιβλιοπαρουσίασης
 Σέ ἄλλη ἐπιστολή του πρός τόν ἴδιο ἀναφέρεται στήν κατά­σταση πού βρῆκε στήν Ἑλλάδα, ὅταν ἦλθε γιά νά γράψη τήν διατριβή του στήν Θεολογική Σχολή Ἀθηνῶν. Ἀπογοητευμένος ἀπό τό σχολαστικό πνεῦμα πού συνάντησε στήν Θεολογική Σχολή ἐπι­σκέφθηκε τό Ἅγιον Ὄρος καί ἐκεῖ συνάντησε μοναχούς, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἔγραφε, «γενικά καί ὄντως σκέφτονται μέ πατερικούς ὅρους. Αὐτό τό κάνουν ἀκόμη καί οἱ πιό ἀδαεῖς μοναχοί». Ὅμως, παρατηρεῖ εὔστοχα ὅτι «τό μόνο μειονέκτημά τους εἶναι ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀποκομμένοι ἀπό τίς σύγχρονες μορφές τῆς δυτικῆς θεολογίας» (σελ. 75-76).
Ὑπάρχουν πράγματι δύο μεγάλα θεολογικά ρεύματα, ἤτοι ἡ Πατερική θεολογία καί ἡ δυτική Σχολαστική θεολογία. Πρέπει κανείς νά γνωρίζη ἐπακριβῶς τίς βάσεις καί τό περιεχόμενο αὐτῶν τῶν δύο θεολογικῶν ρευμάτων γιά νά μπορῆ νά διαγράφη τά ὅρια μεταξύ τους, νά γνωρίζη τίς προϋποθέσεις τους καί τόν τρόπο σκέψεώς τους, διαφορετικά θά κάνη μιά σύγχυση καί ἀνάμειξη αὐτῶν.
π. Ιωάννης Ρωμανίδης
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γνώριζε καί τά δύο ρεύματα, γι’ αὐτό ὅταν δίδασκε στούς φοιτητές του ἄρχιζε ἀπό τά φιλοσοφικά συστήματα, ἀρχαία καί σύγχρονα, ἰδιαίτερα τήν φιλοσοφία τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη καί τοῦ Πλωτίνου. Ἀκολούθως παρουσίαζε τήν ἀπόκλιση τῆς θεολογίας τοῦ Αὐγουστίνου καί τοῦ Αὐγουστινιανισμοῦ ἀπό τήν Πατερική παράδοση, καί ἔφθανε μέχρι τόν Θωμᾶ Ἀκινάτη καί τόν Ὄκκαμ. Ἔπειτα, δίδασκε τίς θεολογικές ἀρχές πού διέπουν τήν Πατερική θεολογία, προχωροῦσε στήν παρουσίαση τῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τέλος ἑρμήνευε τά σχετικά μέ τίς Συνόδους καί τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἔτσι, ἡ διδασκαλία του ἦταν ὁλοκληρωμένη καί βοηθοῦσε τούς φοιτητές του νά ξεχωρίζουν τίς προϋποθέσεις καί τίς βάσεις τῶν δυτικῶν καί ὀρθοδόξων θεολογικῶν ρευμάτων. Πρόκειται γιά μιά σαφῶς ἐπιστημονική με­θο­δολογία.  Ἀντίθετα, σύγχρονοι θεολόγοι προσπαθοῦν νά ἀμβλύνουν τίς διαφορές καί νά γεφυρώνουν ἀντίθετες μεταξύ τους θεολογικές παραδόσεις.
Ἐπιστρέψτε μου νά πῶ ὅτι κάπως ἔτσι κινοῦμαι καί ἐγώ στά κείμενά μου. Μελετῶ τήν πατερική παράδοση παράλληλα μέ τήν κλασσική καί νεώτερη μεταφυσική φιλοσοφία, καθώς ἐπίσης παράλληλα καί μέ τήν δυτική θεολογία, πού διαφοροποιήθηκε ἀπό τούς Σχολαστικούς θεολόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπηρέασαν τά μετέπειτα θεολογικά, φιλοσοφικά καί ὑπαρξιακά ρεύματα στήν Δύση. Γιά παράδειγμα, στούς κύκλους τῆς μετασχολαστικῆς θεολογίας βρι­σκόταν ὁ Πετράρχης, πού εἶναι πατέρας τῆς Ἀναγεννήσεως, στούς κύκλους τῆς Ἀναγεννήσεως ἀναπτύχθηκαν οἱ Μεταρρυ­θμι­στές, στούς κύκλους τῶν Μεταρρυθμιστῶν τῆς Ἀγγλίας συνανα­στρέ­φονταν οἱ διαφωτιστές, ὅπως ὁ Βαλταῖρος, καί σέ αὐτούς τούς κύκλους ἀναπτύχθηκαν ὁ Γερμανικός ἰδεαλισμός, οἱ ὑπαρξιστές πού ἐπηρέασαν τήν Ρωσική διανόηση θετικά ἤ ἀρνητικά. Ἔτσι ἀναπτύσσω τά θέματά μου καί τά καταγράφω στά κείμενά μου.
Βλέπω δέ ὅλα αὐτά τά θεολογικά ρεύματα σέ ὅλες τίς χῶρες πού πηγαίνω καί γιά νά διδάξω καί νά εἰσηγηθῶ θέματα, ἐπειδή μεταφράζονται τά βιβλία μου καί οἱ ἀναγνῶστες θέλουν νά συζητήσουν μαζί μου.
Εὑρισκόμενος σέ αὐτήν τήν κατεύθυνση συνάντησα τόν Καθη­γητή Γεώργιο Παναγόπουλο, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν πατερική παράδοση, μελετᾶ τήν δυτική σχολαστική θεολογία, τήν βιβλική κριτική καί τήν ρωσική θεολογία, καί γνωρίζει καλῶς τήν διαφορά μεταξύ τους. Ἔτσι, συναντηθήκαμε στούς κοινούς προβληματισμούς, ἔχουμε κοινές βάσεις, ἐκτιμήσαμε τόν τρόπο σκέψης καί μεθοδο­λογίας τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκι καί τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη καί ἀνταλλάσσουμε ἀπόψεις πάνω στά θέματα αὐτά.
Κατ' ἀρχήν ἐντυπωσιάσθηκα ἀπό τό βιβλίο του γιά τήν δυτική Σχολαστική θεολογία, ἔπειτα ἐνθουσιάστηκα μέ τό βιβλίο του Ὀρθόδοξη Θεολογία καί Τουρκο­κρατούμενος Ἑλληνισμός καί φυσικά ἐκτίμησα τό βιβλίο του γιά τά «Ζητήματα Ἐκκλησιολογίας». Παντοῦ βλέπει κανείς τήν γνώση τῶν Πατερικῶν πηγῶν, τήν κατανόηση τῆς δυτικῆς θεολογίας καί τήν χρήση τῆς ὀρθῆς μεθοδολογίας.
Αὐτό φαίνεται στό βιβλίο Ζητήματα Ἐκκλησιολογίας, γιά τό ὁποῖο πρέπει νά ἀναφέρω τά σχετικά στήν ἐκλεκτή αὐτή ὁμήγυρη τῶν ἀγαπητῶν μου συμπατριωτῶν.
Εἶναι γνωστόν ὅτι ὁ χῶρος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι εὐαίσθητος, καί σέ αὐτόν καταλήγουν ὅλα τά ξένα καί ὀθνεῖα ρεύματα. Κέντρο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ προσευχή, ἡ ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν, ἡ μυστηριακή ζωή, ἡ θεία Εὐχαριστία, μέ τίς ἀληθινές προϋποθέσεις μετοχῆς σέ αὐτά. Ἡ θεολογική σύγχυση συρρέει καί στήν ἐκκλησιαστική ζωή. Ἡ ἀλλοίωση τοῦ lex credendi (νόμος πίστεως), ἀλλοιώνει καί τό lex orandi (νόμος προσευχῆς).
Ἡ γραμμή πού υἱοθετεῖται ἀπό τόν συγγραφέα εἶναι ἡ λεγό­μενη «νεοπα­τερική» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, π. Ἰω. Ρωμανί­δης) ἡ ὁποία «ἀντι­δια­στέλ­λεται ἀπό τήν μεταπατερική», ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τόν πυρήνα τῆς «ρωσικῆς θεολογικῆς σχολῆς» καί ἐπιδίωκε νά παρουσιάση μιά θεολογία πού κινεῖται πέρα ἀπό τούς Πατέρες.
Θά πρέπει ἐδῶ νά διευκρινισθῆ ὅτι ὁ ὅρος «νεοπατερική θεολογία» δέν ἀναφέρεται στήν ὕπαρξη νέων Πατέρων πού ἀντιδια­στέλλονται ἀπό τούς παλαιούς Πατέρες, ἀλλά κρίνει δημιουρ­γικά τήν μεταπατερική θεολογία, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι δῆθεν ἡ σχολαστική θεολογία εἶναι ἀνώτερη ἀπό τήν πατερική θεολογία καί στήν συνέχεια ἡ ρωσική θεολογία εἶναι ἀνώτερη καί ἀπό τήν πατερική καί τήν σχολαστική θεολογία.
Ἔτσι, ἡ νεοπατερική θεολογία δέχεται ὅτι δέν τελείωσε ἡ πατερική περίοδος τόν 8ο αἰώνα, ἀλλά συνεχίσθηκε ἀπό νέους Πατέρες, μέχρι τίς ἡμέρες μας, πού ἔχουν τήν ἴδια θεολογία μέ αὐτούς. Ἔτσι, ἀναλύονται τά δογματικά θέματα καί μέ βάση τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων πού ἔζησαν μετά τόν  8ο αἰώνα, ἤτοι τόν Μέγα Φώτιο, τόν ἅγιο Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί ὅλους τούς Φιλοκαλικούς Πατέρες. Ὁπότε, δέν ὑπάρχει τέλος στήν πατερική παράδοση, ἀλλά συνεχί­ζεται μέχρι τίς ἡμέρες μας.
Διαβάζοντας κανείς τό βιβλίο αὐτό τοῦ καθηγητῆ Γεωργίου Παναγό­πουλου, πού παρουσιάζεται ἐδῶ διαπιστώνει αὐτό πού γράφει ὁ συγγραφέας του στόν πρόλογο, ὅτι μελετᾶ ἐκκλη­σιολογικά ζητήματα «μέ τρόπο πού συνδυάζει τήν σύγχρονη βιβλιο­γραφική ἐνημέρωση μέ τό στέρεο ἑδρασμό στήν πατερική ἐκκλη­σιολογική μαρτυρία». Συγχρόνως ὑπῆρξε μέριμνά του νά ἐνσω­ματώση καί τήν ἀνάλυση  «σημαντικῶν πτυχῶν τοῦ ὀρθοδόξου ἐκκλη­σιολογικοῦ προβληματισμοῦ τῶν θέσεων τῆς ρωσικῆς ἀκαδη­μαϊκῆς θεολο­γίας, τόσο τῆς προεπαναστατικῆς ὅσο καί αὐτῆς τῆς ρωσικῆς Διασπορᾶς».
Αὐτό τό ἐπιτυγχάνει γιατί γνωρίζει ἐπαρκῶς τίς κυριότερες εὐρωπαϊκές γλῶσσες, γνωρίζει ἀκόμη ἐπαρκῶς τήν δυτική θεολογία, ἀφοῦ δίδαξε ὡς ἐπισκέπτης καθηγητής σέ Πανεπιστήμιο τοῦ Μονά­χου, καί συνέγραψε εἰδικό βιβλίο, καθώς ἐπίσης γνωρίζει ἐπαρκῶς καί τήν ρωσική θεολογία, ἐπειδή καί πάλι δίδαξε ὡς ἐπισκέπτης καθηγητής σέ Πανεπιστήμιο τῆς Ἁγίας Πετρού­πολης Ρωσίας. Ἡ δαψιλής δέ γνώση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας σέ ὅλες τίς ἱστο­ρικές περιόδους τοῦ ἔδωσε τό πλεονέκτημα νά κρίνη θετικά ὅλα τά σύγχρονα ρεύματα μέ βάση τήν ὀρθόδοξη πατερική παράδοση.
Ο Σεβασμιώτατος κατελθών από του βήματος της εκδήλωσης
Ἡ πρωτοτυπία τοῦ βιβλίου βρίσκεται στό γεγονός ὅτι δέν παρουσιάζει μόνον τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία περί τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως συναντᾶται στά κείμενα τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων, ἀλλά κάνει καί εὔστοχες συγκρίσεις καί κριτικές ἐπιση­μάνσεις μέ τίς ἀπόψεις τῶν ἑτεροδόξων πάνω σέ ἐκκλη­σιολογικά θέματα, σχολιάζοντας ἐπίκαιρα θέματα πού συνδέ­ονται μέ τόν σύγχρονο οἰκουμενισμό.
Ἡ εὐαισθησία τοῦ συγγραφέως φαίνεται καί στό γεγονός ὅτι ἀφιερώνει τό πόνημά του «στούς χειμαζόμενους Ὀρθοδόξους Χρι­στια­νούς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς», πού ζοῦν στόν χῶρο ἐκεῖνο στόν ὁποῖο γιά πρώτη φορά συγκρο­τεῖται «ἡ εὐχαριστιακή σύναξη-πραγ­μάτωση τῆς Ἐκκλησίας ὡς σώματος τοῦ Χριστοῦ» ὅπου «παίζεται ἡ τελευταία καί πιό τραγική φάση τοῦ δράματος τῶν ἐκεῖ Χριστιανῶν».  Πρόκειται γιά μιά περιοχή ὅπου γίνονται «ἀπηνεῖς διωγμοί φανα­τικῶν ἰσλαμιστῶν, ἐπικουρουμένων ἀπό τήν ἔνοχη σιωπή ἰσχυρῶν τῆς Δύσης κατ’ ὄνομα -φεῦ- Χριστιανῶν» καί ἔτσι ἀπορ­φανίζεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στήν Συρία καί τόν Λίβανο. Καί ὅπως σημειώνει ὁ συγγραφεύς «τό παρόν ἀνατίθεται μέ σεβασμό» «στούς ἀδελφούς μας αὐτούς, πού δίνουν τώρα τήν καλή μαρτυρία κατά μίμηση τοῦ πρώτου Μάρτυρα».
Τό βιβλίο αὐτό διαρθρώνεται σέ πέντε κεφάλαια, στά ὁποῖα ὑπάρχει μιά σαφέστατη διάκριση, παρά τήν ἑνότητα τοῦ θέματος.
Τό πρῶτο κεφάλαιο μέ τίτλο «Εἰσαγωγικές παρατηρήσεις. Ἡ κληρονο­μία τοῦ Ν. Ματσούκα», ἀναλύει τά θέματα Δογματική καί ἐκκλησιολογία, ἡ Ἐκκλησία ὡς μυστική δομή τοῦ κόσμου, δίνεται ἕνας περιγραφικός ὁρισμός καί καταγράφονται οἱ φάσεις τῆς Ἐκκλησίας.
Τό δεύτερο κεφάλαιο μέ τίτλο «Ἐκκλησία: Χριστολογικό καί Πνευματο­λογικό ὑπόβαθρο» ἀναλύει θέματα ὅπως Ἐκκλησία καί Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, Σῶμα Χριστοῦ καί ἁμαρτίες ἐπί μέρους μελῶν, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί οἰκουμενιστικές στρε­βλώσεις, ἤτοι: ὁρατή καί ἀόρατη Ἐκκλησία ἤ τό ἕνα καί ἀδιαίρετο σῶμα τοῦ Χριστοῦ;
Τό τρίτο κεφάλαιο ἀναλύει τά τέσσερα ἰδιώματα-γνωρίσματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καταγράφονται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, δηλαδή ἡ Ἐκκλησία εἶναι «Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική», ἀναλύει διεξοδικά τά γνωρίσματα αὐτά, καί κάνει εὐρύ λόγο γιά τήν ἑνότητα, τήν ἁγιότητα, τήν καθολικότητα καί τήν ἀποστο­λικό­τητα τῆς Ἐκκλησίας.
Τό τέταρτο κεφάλαιο μέ τίτλο «Εἰδικά θέματα: συνοδικότητα, ἀλάθητο, πρωτεῖο» ἀναπτύσσει τά θέματα: ὁ ρόλος τῆς Συνόδου στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἐκκλησία καί τό ἀλάθητο, πού εἶναι κριτική παρατήρηση γιά τό παπικό ἀλάθητο, καθώς ἐπίσης κάνει λόγο καί γιά τό πρωτεῖο.
Τό πέμπτο κεφάλαιο μέ τίτλο «Ὁ Λόγος περί τῶν ἱερῶν μυστηρίων ἤτοι περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» περιλαμβάνει τά σχετικά μέ τό Βάπτισμα, τό Χρίσμα, τήν θεία Εὐχαριστία, τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης, τήν μετάνοια-ἐξομολόγηση, τόν γάμο, τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου. Καί στό τέλος παρου­σιάζεται ἡ ἐκκλησιολογική ἀνθρω­πολογία, ὅπου γίνεται λόγος καί γιά τίς ἅγιες ἀρετές.
Στό τέλος καταγράφονται οἱ συντομογραφίες, καί παρατίθεται ἡ ἑλληνόγλωσση καί ξενόγλωσση βιβλιογραφία.  
Διαβάζοντας κανείς τό σημαντικό αὐτό βιβλίο, συναντᾶ πολλά ἐκκλησιολογικά θέματα, τά ὁποῖα ἀνεφύησαν στόν παρελθόν, ὅπως καί σύγχρονα θέματα, καί διαβάζει ἀναλύσεις πολύ σημαντικές πού τόν βοηθοῦν νά προβληματισθῆ ὀρθοδόξως πάνω στά σύγχρονα ἐκκλησιολογικά ζητήματα.
Στήν ἀρχή διαβάζει κανείς τόν ὁρισμό τῆς ἐκκλησιολογίας: «Ἡ ἐκκλησιολογία εἶναι λόγος γιά τήν ἀγάπη τῆς Ἁγίας Τριάδος ἡ ὁποία, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καί ἐντεῦθεν, φανερώνεται ἐντός τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας δυνάμει τοῦ μυστηρίου τῆς Σαρκώσεως, τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ».
Ἔπειτα, συναντᾶ κανείς ὑπέροχες ἀναλύσεις πάνω σέ σύγχρο­να ἐκκλησιολογικά θέματα, τά ὁποῖα δέν μπορεῖ νά ἐκτεθοῦν στήν μικρή καί ἐνδεικτική αὐτή παρουσίαση.
Απαντώντας σε ερωτήσεις
Τά θέματα αὐτά ἀναλύονται μέ ἐπάρκεια καί ὀξυδέρκεια, μέ ἐκκλη­σιαστικό καί πατερικό φρόνημα. Ὁ συγγραφέας ἔχει ἀξιοποιήσει ὅ,τι ἔχει γραφεῖ στά σύγχρονα ἐκκλησιολογικά αὐτά ζητήματα, τόσο ἀπό ὀρθοδόξου πλευρᾶς ὅσο καί ἀπό ἑτεροδόξου πλευρᾶς. Τό σημαν­τικό, κατά τήν γνώμη μου, εἶναι ὅτι ὁ συγγραφέας βασίζεται στήν διδασκαλία τῶν θεοπτῶν ἁγίων, ἤτοι τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστό­λων καί τῶν Πατέρων διά μέσου τῶν αἰώνων, καί μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική κρίνει ὅλα τά σύγχρονα ἐκκλησιολογικά ρεύματα.
Μέσα στά πλαίσια αὐτά, καί αὐτό εἶναι σημαντικό, ἀξιοποίησε καί τήν ἡσυχαστική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, τήν θεολογία του ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τῶν Πατέρων τῆς Φιλοκαλίας τῶν ἱερῶν καί νηπτικῶν.
Σέ μιά ἐποχή στήν ὁποία, ὅπως παρατηρῶ, πολλοί θεολόγοι ὑπηρετοῦν τήν μεταπατερική θεολογία, παραθεωρώντας τήν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς δεύτερης χιλιετίας, κυρίως τήν θεολογία τῶν λεγο­μένων Φιλοκαλικῶν καί ἡσυχαστῶν Πατέρων, πού παρουσιάζουν τά θέματα συγκρητιστικά, ἐκεῖνος δείχνει μέ τό ἔργο αὐτό ὅτι παραμένει σταθερός στήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιο­λογία. Μέ τό ἔργο αὐτό δείχνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία εἶναι ἑνιαία, δέν ὑπάρχουν σχολές στά ὀρθόδοξα θέματα, ἀλλά ἡ ἑνιαία ἐν Χριστῷ ζωή μετέχεται ἀπό ὅλους τούς ἁγίους διά μέσου τῶν αἰώνων, μόνο πού μερικές φορές ἀλλάζει ἡ ὁρολογία.
Ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ὡς ἐκκλησιολογική, γιατί ὅλοι μελετοῦν θέματα πού σχετίζονται μέ τήν Ἐκκλησία, γιά τό τί εἶναι Ἐκκλησία, ποιά εἶναι τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ποιός εἶναι ὁ σκοπός τῆς Ἐκκλησίας κλπ. Οἱ περισσότερες ἀναλύσεις ἀπό τούς θεολόγους, δυστυχῶς, ἔχουν ἐπηρεασθῆ ἀπό τήν δυτική θεολογία, γι’ αὐτό καί παρατηρεῖται στήν ἐποχή μας μιά ἐκκλησιολογική ἐκτροπή σέ πολλά ζητήματα, ἄλλοτε ἀπό ἄγνοια καί ἄλλοτε ἀπό σκοπιμότητα. Πολλοί σήμερα κάνουν δαψιλῆ χρήση ὅρων καί φράσεων πού ἀπηχοῦν ἄλλες παραδόσεις, ὅπως κοινωνία προσώπων, στρατευομένη καί θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, ὁρατή καί ἀόρατη Ἐκκλησία, βαπτισματική καί εὐχαριαστιακή  ἐκκλησιολογία κλπ.
Τό βιβλίο πού παρουσιάζεται ἐδῶ εἶναι ἀξιόλογο καί σημαν­τικό, ἀφοῦ σημειώνει ὅλες τίς σύγχρονες ἐκκλησιολογικές ἐκτροπές μέ θεολογικό λόγο καί νηφαλιότητα, ἀλλά καί παρουσιάζει τήν ὀρθοδοξη ἐκκλησιολογία τῶν θεοπτῶν ἁγίων διά μέσου τῶν αἰώνων.
Θεωρῶ ὅτι τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἕνας θησαυρός πατερικῆς ἐκκλησιο­λογίας στήν ἐποχή μας, ἕνα σημαντικό ἐκκλησιολογικό σύγγραμμα ἀπό ἀκαδημαϊκῆς πλευρᾶς, ἀνοίγει πνευματικούς ὁρί­ζοντες καί ἀποσχολαστι­κοποιεῖ καί ἀποπροτεσταντίζει τήν διδα­σκαλία γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν ζωή της.
Ὁ Καθηγητής Γεώργιος Παναγόπουλος ἔχει πολλά διανοητικά χαρίσματα, εἶναι εὐφυής, διαθέτει ἐρευνητική ἱκανότητα, θαυμαστό τρόπο μελέτης, ἔχει ἱκανότητα νά διακρίνη τά διαφορετικά δεδο­μένα κάθε φιλοσοφικοῦ, θεολογικοῦ καί ὑπαρξιακοῦ ρεύματος, γνωρίζει τήν αὐθεντική πατερική παράδοση, διακρίνεται ἀπό καθαρό λόγο, γι’ αὐτό καί τόν ἐκτιμῶ.
Εἶναι μιά φωνή καί παρουσία πού χρειάζεται ἡ ἀγαπημένη μου πατρίδα, τά Γιάννενα, ἡ πόλη τῶν γραμμάτων, ὅπου κατά τήν διάρκεια τῆς Τουρκο­κρατίας καί μετέπειτα ἦταν χῶρος ἀξιόλογης παιδείας πού προέρχονταν ἀπό τήν τότε Δύση.
Στίς ἡμέρες μας πού συναντῶνται οἱ πολιτισμοί θά πρέπει νά στηριζό­μαστε στίς σταθερές βάσεις τοῦ δικοῦ μας πολιτικοῦ προτύπου, ὥστε νά ἀφομοιώνουμε δημιουργικά ἄλλους πολιτισμούς, χωρίς νά ἀλλοτριω­νόμαστε ἐμεῖς. Εἶναι γνωστόν ὅτι ἕνας πολιτισμός εἶναι δυνατός ὅταν ἐκκεντρίζη ἄλλους πολιτισμούς, χωρίς ὁ ἴδιος νά ἀποδομεῖται, καθώς ἐπίσης νά προσλαμβάνη τά πιό θετικά στοιχεῖα ἄλλων πολιτισμῶν χωρίς νά ἀλλοιώνεται. Αὐτήν τήν δύναμη ἔχει ἡ θεολογία τῶν Πατέρων μας. Ἡ ἱστορία ἔχει ἀποδείξει ὅτι ὅταν παρέμεινε μόνος του ὁ ἑλληνισμός ἀποδυναμώθηκε, ὅμως ὅταν στηρίχθηκε καί στήν ὀρθόδοξη πατερική παράδοση, παρέμεινε δυνατός. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ δήμου τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος μεγαλούργησε στήν Ἐκκλησία τῶν θεουμένων, γιά τήν ὁποία ἀναφέρεται στό βιβλίο αὐτό ὁ Γεώργιος Παναγόπουλος καί τόν εὐχαριστοῦμε.


* Παρουσίαση τοῦ ὁμώνυμου βιβλίου τοῦ καθηγητοῦ Γεωργίου Παναγόπουλου, στά Ἰωάν­νινα, 25-11-2015.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου