Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Μεγάλοι δογματικοί θεολόγοι Γ΄

Βασίλι Βασίλιεβιτς Μπόλοτοφ (1853-1900)


Η περίπτωση του Ρώσου προεπαναστατικού θεολόγου Βασίλι Βασίλιεβιτς Μπόλοτοφ είναι μάλλον ατυπική και σε κάθε περίπτωση άκρως ενδιαφέρουσα για τον ιστορικό της νεότερης Ορθόδοξης Θεολογίας. Υπήρξε κατά βάση ιστορικός της αρχαίας Εκκλησίας· η θεολογική του όμως οξύνοια και το σπάνιο χάρισμά του να ενσωματώνει στην αφήγηση των ιστορικών γεγονότων εμβριθείς αναλύσεις για τη σημασία των δογματικών ερίδων τον αναδεικνύει, δίχως αμφιβολία, σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες δογματολόγους της νεότερης ακαδημαϊκής θεολογίας.




Γεννημένος στο χωριό Κραβότιν της περιοχής του Τβερσκ  το 1853  ο Ρώσος θεολόγος, φιλόλογος και ιστορικός Βασίλι Μπόλοτοφ διετέλεσε καθηγητής στην Εκκλησιαστική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης και αντεπιστέλλον μέλος της Αυτοκρατορικής Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας. Χάρη στον εντυπωσιακό φιλολογικό οπλισμό του (ήταν κάτοχος 17 γλωσσών μεταξύ των οποίων αρκετών αρχαίων) ήταν σε θέση να εισδύει ερευνητικώς σε περιοχές εντελώς άγνωστες ή ελάχιστα προσιτές στους περισσότερους από τους σύγχρονούς του, συγγράφοντας μια σειρά πρωτότυπων μελετών εκκλησιαστικής ιστορίας και ιστορικής γεωγραφίας που αφορούσαν περιοχές εκτός του ελληνορωμαϊκού περιβάλλοντος, όπως η Περσία, η Αρμενία και η Αιθιοπία.

Χειρόγραφο του Μπόλοτοφ
(Μετάφραση από κοπτικό κείμενο)
Δεν εκπλήσσει επομένως διόλου το γεγονός ότι ενώ ήταν ακόμα φοιτητής του 3ου κύκλου στην Εκκλησιαστική Ακαδημία ο Μπόλοτοφ κλήθηκε, έπειτα από σύσταση του Καθηγητή Ι. Τρόιτσκι, να καταλάβει την χηρεύουσα, ένεκα του  θανάτου του κατόχου της καθηγητή Ι. Β. Τσέλτσοφ, έδρα της αρχαίας Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Κατά τα έτη 1896-1899 κατείχε συγχρόνως και την έδρα της Δογματικής Θεολογίας και έδωσε μια σειρά Παραδόσεων σχετικά με την ιστορία του δόγματος.

Λόγω της ασυνήθιστης γλωσσομάθειάς του συμμετείχε στην προετοιμασία ρωσικών αποστολών στην Αιθιοπία, ενώ χάρη στην μεταφραστική του εργασία σε διπλωματικά έγγραφα τιμήθηκε από το Υπουργείο των Εξωτερικών της Ρωσίας. Το  1890 οι εργασίες του για την εκκλησιαστική ιστορία Αιγύπτου και Αιθιοπίας του χάρισαν το βραβείο Μητροπολίτη Μακαρίου (Μπουλγκάκοφ), ενώ το 1896 του απονεμήθηκε ο τίτλος του διδάκτορα «τιμής ένεκεν» κατόπιν προτάσεως του Καθηγητή Τρόιτσκι (την εποχή εκείνη ήταν εφικτή όχι μόνον στην Ρωσία αλλά και στη Δύση η κατάληψη πανεπιστημιακής θέσης άνευ διδακτορικού, εφ’ όσον υπήρχαν οι προς τούτο ουσιαστικές προϋποθέσεις –στον 20ο αιώνα χαρακτηριστική υπήρξε η περίπτωση του σημαντικού ιστορικού της ύστερης αρχαιότητας ντε Σαίν Κρουά, ο οποίος δίδαξε στην Οξφόρδη δίχως διδακτορικό τίτλο).


Οι θέσεις για το Filioque
(Ρωσική εκδοχή)
Είναι κρίμα ότι ο εκτάκτως προικισμένος αυτός επιστήμονας έμελλε να γίνει γνωστός εκτός των συνόρων της πατρίδας του, τόσο στην Ευρώπη όσο και την Ελλάδα, λόγω μιας ατυχούς γνωμοδότησης για το ζήτημα του Filioque, την οποία συνέγραψε με αφορμή την συμμετοχή του το 1893 στην συσταθείσα από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωσίας επιτροπή για τη διασάφηση των όρων διεξαγωγής του Διαλόγου της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους Παλαιοκαθολικούς. Στο κείμενο αυτό είχε, ως γνωστόν, αποφανθεί ότι η παπική-λατινική διδασκαλία περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού μπορούσε να θεωρηθεί  «θεολογούμενον» και ως εκ τούτου δεν αντιπροσωπεύει ένα impedimentum dirimens για την ένωση.

Ο Βλ. Λόσκι, πολύ αργότερα, θα αναγνωρίσει, όπως θα ήταν αναμενόμενο για έναν Ορθόδοξο θεολόγο, τον προβληματικό χαρακτήρα της θέσης αυτής του Μπόλοτοφ, καταλογίζοντάς του έλλειψη δογματικού αισθητηρίου· θα αναγνωρίσει μολαταύτα ότι και ο Μπόλοτοφ, όπως κάθε ορθόδοξος θεολόγος, αρνείται κατηγορηματικά οποιοδήποτε αιτιακό ρόλο του Υιού στην αΐδιο καθ’ ύπαρξη εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος (Βλ. Λόσκι, Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ, ελλ. μτφρ. Μ. Γ. Μιχαηλίδη. Θεσσαλονίκη 1974, 64). Πέραν όμως αυτής της πράγματι εσφαλμένης αποτίμησης του Filioque ουδείς δύναται να αρνηθεί την οξυδέρκεια της σκέψης και την εμβρίθεια των αναλύσεων του Μπόλοτοφ, ενός θεολόγου τον οποίο ο π. Γεώργιος Φλωρόφκσι αποκάλεσε «μεγάλο δάσκαλο». 

Ο Μπόλοτοφ απέδειξε τα σπάνια χαρίσματά του ως ιστορικός της θεολογικής σκέψης με την περισπούδαστη μελέτη για την τριαδολογία του Ωριγένη, -ένα βιβλίο σταθμός για τα ρωσικά θεολογικά γράμματα- που υποστήριξε ως διατριβή για την απόκτηση του τίτλου του Μαγίστρου στην Εκκλησιαστική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης το 1879.


Εφόσον δεν έχω στα χέρια μου την μελέτη αυτή περιορίζομαι στην συνοπτική περιγραφή της βασιζόμενος στην σχετική αξιολόγηση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκι από το θεμελιώδες σύγγραμμά του, Δρόμοι της ρωσικής Θεολογίας (Пути руссково Богословия, Μόσχα 2009 475-476). Πρόκειται για μια εξαντλητική και υποδειγματική ανάλυση της διδασκαλίας του Ωριγένη για την Αγία Τριάδα με βάση τις πηγές, στις οποίες ο συγγραφέας καταφέρνει, δίχως υπερβολή, να δώσει ζωή. Η ίδια η μορφή του Ωριγένη παρουσιάζεται σε ένα ζωντανό ιστορικό φόντο και εντός του πλαισίου των αρχαίων εκκλησιαστικών συγγραφέων και θεολόγων. Ιδιαίτερη ανάλυση επιφυλάσσεται στο ερώτημα για τη σχέση του Αρειανισμού με την διδασκαλία του μεγάλου Αλεξανδρινού. Γενικά πρόκειται για μια οξυνούστατη ιστορική μελέτη η οποία συντάχθηκε από έναν γνήσιο θεολόγο. Ο Φλωρόφσκι μας προτείνει να την προσεγγίσουμε συγκριτικά, αντιπαραβάλλοντάς την δηλαδή με την δημοσιευθείσα το ίδιο έτος εργασία ενός άλλου μεγάλου ιστορικού της Ρωσίας, του Αλ. Λέμπεντεφ: Σε μια τέτοια περίπτωση η διαφορά επιστημονικής μεθοδολογίας θα αποβεί εξόχως διδακτική. Ο ίδιος συγγραφέας σε άλλο κείμενό του θα γράψει επιγραμματικά ότι «Η διδασκαλία του Ωριγένη για την Αγία Τριάδα» παραμένει η καλύτερη σχετική μελέτη, την οποία δεν ξεπέρασε καμία από τις μεταγενέστερες έρευνες (Γ. Φλωρσόφσκι, Догмат и история, Μόσχα 1998, σ. 84).

Η μελέτη για τον Ωριγένη, υπήρξε κατ’ ουσίαν το μόνο σύγγραμμα που εξέδωσε ο Μπόλοτοφ όσο ζούσε (εννοείται βέβαια ότι κατά τα άλλα δημοσίευσε μια πλειάδα εκλεκτών μελετών σε διάφορα περιοδικά). Θα μπορούσαμε, επομένως, να τον αποκαλέσουμε  «συγγραφέα του ενός βιβλίου». Τούτο όμως μπορεί να κατανοηθεί ορθά μόνον υπό τρεις προϋποθέσεις:

Πρώτη: Ο χαρακτηρισμός αυτός στην περίπτωση του Μπόλοτοφ δεν ενέχει ίχνος απαξιωτικής ειρωνείας, εφόσον δεν υποκρύπτει τον υπαινιγμό ότι ο συγγραφέας μας υπήρξε απλώς ένα φωτεινό μετέωρο στο στερέωμα της ρωσικής θεολογίας, που εξαφανίστηκε πάραυτα για να απουσιάσει πλήρως από την μετέπειτα ιστορία της πρόσληψης. 
Δεύτερη: Ήταν συνειδητή επιλογή του Μπόλοτοφ να μην παραδίδει στο τυπογραφείο παρά μόνον εργασίες που κόμιζαν κάτι αδιαμφισβήτητα πρωτότυπο και νέο στην επιστήμη· η επανάληψη, έστω και υπό διαφορετική μορφή, προϋπάρχουσας γνώσης υπήρξε κάτι απόλυτα ξένο στην ιδιοσυγκρασία του. 
Τρίτη: Εν τέλει, έστω και μεταθανατίως (posthumus), είδαν το φως της δημοσιότητας οι Παραδόσεις Ιστορίας της αρχαίας Εκκλησίας (Лекции по Истории древней Церкви, I-IV) σε τέσσερα μέρη εκδοθέντα σε δύο τόμους  (1907-1918).

Ο 1ος τόμος της Εκκλησιαστικής Ιστορίας
(Πρόσφατη επανέκδοση)
Στο έργο αυτό πιστοποιείται πολλαπλώς η εκπλήσσουσα ικανότητά του να συνθεωρεί το μερικό στο πλαίσιο του γενικού και να ερμηνεύει το γενικό χωρίς να παραγνωρίζει τις επί μέρους συνάφειες, να ενσωματώνει στην λαγαρή ιστορική του αφήγηση την κατατοπιστική περιγραφή του πολιτεύματος της αρχαίας Εκκλησίας και των δομών του εκκλησιαστικού βίου και, τέλος, να ανατέμνει τις ποικίλες ζυμώσεις και αντιπαραθέσεις για την άρθρωση της ορθής πίστης (δογματικές έριδες) με έναν εντυπωσιακό γνωστικό οπλισμό (γνώση της φιλοσοφίας, ευρεία γλωσσομάθεια, θεολογική οξύνοια, σαφήνεια γραφής) χωρίς να χάνει από τον ορίζοντά του τα ευρύτερα ιστορικά, πολιτικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα. Το δίτομο αυτό έργο έρχεται, το δίχως άλλο, να επικυρώσει την απόφανση του π. Γ. Φλωρόφσκι, σύμφωνα με την οποία ο Μπόλοτοφ συνδύαζε «το χάρισμα του ιστορικού με την έμπνευση του θεολόγου».

Εντέλει οι Παραδόσεις Ιστορίας της αρχαίας Εκκλησίας του Μπόλοτοφ αντιπροσωπεύουν - παρά τις ατέλειες που ένα έργο αυτής της τάξης αναπόφευκτα παρουσιάζει- ένα σπάνιο συνδυασμό Εκκλησιαστικής Ιστορίας αφενός και ιστορίας της θεολογικής σκέψης αφετέρου, που καθιστά την συνεισφορά του Μπόλοτοφ προδρομική: Μόνον ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης -ορμώμενος βέβαια από διάφορες αφετηριακές προϋποθέσεις- απεργάστηκε με το έργο του, έπειτα από δεκαετίες, μια πρωτότυπη σύνθεση ιστορίας δογμάτων, εκκλησιαστικής ιστορίας και συστηματικής δογματικής σκέψης, αν και κατά τρόπο ανολοκλήρωτο είναι αλήθεια.

Θα ήταν παράλειψη βέβαια να μην σημειωθεί ότι ο Μπόλοτοφ υπήρξε παραδοσιακός ορθόδοξος θεολόγος τόσο στη διδασκαλία του όσο και στον τρόπο ζωής του, αποφεύγοντας τις ακρότητες τόσο των φιλελεύθερων Δυτικόφιλων όσο και των Σλαβοφίλων. Στην Ιστορία ο ίδιος εννοούσε να ακούει «την φωνή της Εκκλησίας», την ίδια στιγμή που ως μελετητής του ιστορικού παρελθόντος αισθανόταν  «μέλος της Εκκλησίας», που δεν φοβάται την επιστημονική έρευνα, καθόσον «η πίστη στην αλήθεια της Εκκλησίας… » δεν εμποδίζει την αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας.

Ο 2ος τόμος της Εκκλησιαστικής Ιστορίας
Καταληκτικό σχόλιο: Φρονώ ότι η επιστημονική δράση του Μπόλοτοφ μας επιτρέπει να εικάσουμε πόσο πλούσιο υπήρξε το ακαδημαϊκό θεολογικό υπόβαθρο επί του οποίου  στηρίχθηκαν μετεπαναστατικά οι θεολόγοι  της ρωσικής διασποράς, οι οποίοι στο πλαίσιο αυτού που ονομάστηκε «νεοπατερική σύνθεση» συνετέλεσαν στον απεγκλωβισμό της Ορθόδοξης θεολογίας από την μέγγενη οθνείων σχημάτων θεολόγησης ξένων προς την αγιοπατερική παράδοση του εκκλησιαστικού Σώματος. Η ανανέωση της ορθόδοξης θεολογικής αυτοσυνειδησίας στη βάση της επανανακάλυψης των πατερικών κριτηρίων του θεολογείν δεν θα είχε πραγματοποιηθεί ή, εν πάση περιπτώσει, θα είχε σημαντικά καθυστερήσει, εάν οι Ρώσοι της διασποράς, εγκαταλείποντας την γενέτειρά τους, δεν κόμιζαν μαζί τους τον βαρύ ακαδημαϊκό οπλισμό που συγκρότησαν οι παλαιότερες γενιές Ρώσων θεολόγων, ανάμεσα στους οποίους ο Βασίλι Μπόλοτοφ σίγουρα καταλαμβάνει μια από τις πλέον περίοπτες θέσεις.         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου