Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Η αποδόμηση του έθνους-κράτους ως μορφή πολιτισμικής εξάρτησης

Εισήγησή μου σε εκδήλωση της "Ευτοπίας" στα Ιωάννινα



Γ. Δ. Παναγόπουλος (Φωτογραφία: Κ. Τερζόπουλος)


Πραγματοποιήθηκε την περασμένη Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017, στα Ιωάννινα εκδήλωση της Ομάδας πολιτών "Ευτοπία" με θέμα το διαχρονικό πρόβλημα της εξάρτησης της Ελλάδας. Στην εκδήλωση μίλησαν οι Βασ. Λαγός, Γ. Μέρτζος, Γ. Γκόντζος και Γ. Δ. Παναγόπουλος.





Το θέμα της δικής μου εισήγησης είχε τίτλο: "Η αποδόμηση του έθνους κράτους ως μορφή εξάρτησης". Το κείμενο της εισήγησής μου, ελαφρώς διευρυμένο, αναρτάται στη συνέχεια δίχως παραπομπές.



Η αποδόμηση του έθνους-κράτους ως μορφή πολιτισμικής εξάρτησης

Ένας Θεός το ξέρει, αυτοί οι Ουγγαρέζοι δεν έπρεπε

να υπάρχουν ως έθνος. Και το γεγονός ότι ο Οππενχάιμερ

είχε προσθέσει και την Ιταλία στις διαγωνιζόμενες

χώρες του φαινόταν και αυτό εξίσου ανάρμοστο…».



Χέρμαν Μπροχ, Οι υπνοβάτες


Οι σύγχρονες εθνογενετικές θεωρίες


Στη συζήτηση για τη φύση και τη διαδικασία γένεσης του φαινομένου του έθνους δεσπόζει διεθνώς μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο η άποψη ότι το «πολιτικό έθνος» είναι απόρροια πρωταρχικά της νεωτερικότητας και ειδικότερα του Διαφωτισμού και των επαναστατικών ανατροπών που προκάλεσε. Όμως η σχετική μεταπολεμική επιστημονική συζήτηση διολίσθησε αίφνης για τρεις περίπου δεκαετίες σε έναν μονιστικό στρουκτουραλισμό που απογύμνωσε τελείως το νεωτερικό έθνος από οποιαδήποτε προνεωτερική πολιτισμική και εθνοτική καταβολή. Ο spiritus rector της θέσης αυτής, ο Άγγλος ιστορικός Ernest Gellner (βασιζόμενος σε προγενέστερες εργασίες των Hans Kohn και Karl Deutsch) συνοψίζει ως εξής το φονταμενταλιστικό «σύμβολο πίστεως» στον «μονοθεϊσμό» της νεωτερικότητας: «Μοντερνιστές όπως εγώ, πιστεύουμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε γύρω στα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα, και δεν υπάρχει τίποτα το προγενέστερο το οποίο να επιφέρει την παραμικρή διαφοροποίηση στα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε».


Γ. Μέρτζος, Β. Λαγός (Φωτογραφία: Κ. Τερζόπουλος)

Την άκαμπτη στάση του Γκέλνερ επεχείρησαν να τροποποιήσουν σε έναν βαθμό οι Μπένεντικτ Άντερσον και Έρικ Χόμπσμπομ. Οι εν λόγω συγγραφείς εισάγουν στο ανωτέρω σχήμα τη διάσταση του "πολιτισμού" παραμένοντας ωστόσο εντός των επιστημολογικών ορίων που χάραξε ο Γκέλνερ. Έτσι για τον Μπ. Άντερσον, η εργασία του οποίου μολονότι εν πολλοίς παρωχημένη εξακολουθεί με ελάχιστες εξαιρέσεις να ηγεμονεύει τη σχετική συζήτηση στην Ελλάδα, το έθνος αποτελεί μια φαντασιακή ή νοερά κοινότητα (imagined community), που συγκροτείται ως συνέπεια των πολιτικών εξελίξεων του τέλους του 18ου αιώνα και της βιομηχανικής επανάστασης, με τη βοήθεια του πολιτισμού (ή του «εθνικού αισθήματος»), ο οποίος νοείται ως τεχνούργημα, επινόηση ή φαντασιακή κατασκευή από τις άρχουσες ελίτ.

Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90 το μοντερνιστικό αφήγημα περί έθνους άρχισε να δέχεται τα πλήγματα της επιστημονικής κριτικής, αιχμή του δόρατος της οποίας υπήρξε η σήμερα κυρίαρχη πλέον σχολή του «εθνοσυμβολισμού» του  Άντονι Σμιθ. Αποτελεί ως εκ τούτου άξιον απορίας το γεγονός ότι μέχρι προσφάτως η πλειοψηφία των Ελλήνων διανοουμένων δείχνει να αγνοεί τη στροφή και να επιμένει στον μηχανιστικό αναμηρυκασμό του εθνογενετιού μοντέλου  του Άντερσον. 

Μια εύγλωττη, αν και δειγματοληπτικά σταχυολογημένη, ελληνική επανέκδοση μας προσφέρει ο πολύς Π. Κιτρομηλίδης. Ο πολιτικός επιστήμονας του Αθήνησι μεταφέρει τη θεωρία του Άντερσον στον χώρο της νοτιοανατολικής Ευρώπης και κάνει λόγο για ανάδυση του βαλκανικού εθνικισμού ως νοητικής συγκρότησης εθνών με όρους «νοερών κοινοτήτων». Αυτό που περισσότερο εντυπωσιάζει εδώ δεν είναι μόνον ότι μοιάζει να αγνοεί την καταλυτική κριτική που έχει ασκηθεί στο εθνογενετικό μοντέλο του Άντερσον με αποτέλεσμα να το εφαρμόζει ως αλάθητο ερμηνευτικό εργαλείο σε ένα πεδίο πολυσύνθετων ιστορικών διεργασιών μη δυναμένων να ερμηνευθούν μονοσήμαντα· πολύ περισσότερο εντάσσει την ελληνική περίπτωση εντός του πλαισίου του βαλκανικού εθνικισμού χωρίς καμία διαφοροποίηση, ωσάν να επρόκειτο για περίπτωση εθνογένεσης μιας μέχρι πρό τινος ανιστορικής και παντελώς άριζης αγροποιμενικής μάζας.

Είναι οδυνηρά εύγλωττη στο σημείο αυτό η θέση του σύμφωνα με τον οποία αποτελεί μύθο της εθνικιστικής ιστοριογραφίας η ιδέα της «εθνικής αφύπνισης», η πεποίθηση δηλαδή ότι το έθνος  προϋπήρξε του κράτους ως κοινότητα πολιτισμού και κοινωνικών αισθημάτων. Η άποψη αυτή, που κατά τον Κιτρομηλίδη είναι εσφαλμένη, κατηύθυνε το έργο των μειζόνων εθνικών ιστορικών Ελλάδος και Ρουμανίας τον 19ο αιώνα, του Κ. Παπαρρηγόπουλο και του Ν. Ιόργκα. Όπως γράφει, οι βαλκάνιοι αυτοί «εθνικιστές οικειοποιήθηκαν τις ιδέες αυτές και προσπάθησαν να προικίσουν τα κράτη τους με μακρά ιστορία εθνικότητας και αισθητής εθνικής παρουσίας». 

Είναι προφανές ότι ο σύγχρονος αναθεωρητικός ερευνητής αντιλαμβάνεται την ιστορική διαδικασία ανάδυσης των εθνικών κρατών Ελλάδος και Ρουμανίας ως εκδήλωση απολύτως ομοειδών φαινομένων ανεξαρτήτως της ιστορίας των επιμέρους εθνοτήτων και των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων τους. Ο βαλκανικός εθνικισμός αντιμετωπίζεται έτσι ως ένας αδιαφοροποίητος κειμενικός χάρτης κατασκευασμένος από την αρχή μέχρι το τέλος καθ’ υπαγόρευση της ιδεολογίας του Γαλλικού διαφωτισμού· επ’ αυτού ο σύγχρονος ιστορικός -στην περίπτωσή μας ο Κιτρομηλίδης- εφαρμόζει ως προκατασκευασμένο ερμηνευτικό σχήμα το εθνογενετικό μοντέλο Άντσερσον, για να αναδείξει τις ορίζουσες διαφορές. Απώτερος αλλά ανομολόγητος στόχος δεν είναι η εξάπαντος θεμιτή διόρθωση ή τροποποίηση των κατεστημένων ιστοριογραφικών παραδόσεων περί έθνους κράτους, αλλά η ριζική απόρριψη κάθε ιστορικού-πραγματικού θεμελίου του νεωτερικού έθνους κράτους στις προνεωτερικές εθνοτικές καταβολές του παρελθόντος.


 
Γ. Γκόντζος, Γ. Δ. Παναγόπουλος (Φωτογραφία: Κ. Τερζόπουλος)
 
Επομένως, για τους εθναρνητές αναθεωρητικούς διανοούμενους το έθνος δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα φαντασιακό επινόημα, ένα κατασκεύασμα των αρχουσών ελίτ ενός κράτους, που εντυπώνεται πάνω στον εύπλαστο αλλά παντελώς άγραφο χάρτη των κοινωνικών ομάδων. Βεβαίως υπάρχουν επιστήμονες της αξίας ενός Ρόντρικ Μπίτον, οι οποίοι επιχειρούν να τροποποιήσουν το σημασιολογικό πεδίο του όρου «φαντασιακές κοινότητες» για να προσδώσουν μια ιστορική προοπτική βάθους στην έννοια του έθνους· όμως στην Ελλάδα οι εξ Εσπερίας εισαγόμενες θεωρίες χρησιμοποιούνται αναφομοίωτα, ωσάν να έχουν αυθύπαρκτη μεταφυσική υπόσταση, οπότε η όποια προσαρμογή τους στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού γίγνεσθαι θα ισοδυναμούσε με βλάσφημη σύληση των τιμαλφών της «επιστημονικής ορθοδοξίας».

Πλήθος κειμένων ταγμένων στο αναθεωρητικό άθλημα αποδόμησης της συνείδησης της διαχρονικής ταυτότητας της ελληνικής εθνότητας μαρτυρούν του λόγου το αληθές. Για να αντιληφθούμε καλύτερα περί τίνος πρόκειται, σταχυολογώ ενδεικτικά θέσεις ενός ακόμη σύγχρονου βάρδου του αναθεωρητικού «έπους», του Νίκου Δεμερτζή:

Γράφει: «Ακολουθώντας τη σκέψη πολλών μείζονος σημασίας θεωρητικών του εθνικισμού, όπως ο Gellner, ο Hobsbawm, ο Benedict Anderson και άλλοι, θεωρούμε ότι η ιδεολογία του εθνικισμού ορίζει, θέτει και θεσμίζει το έθνος ως σημασία και ως ιδέα. Το έθνος αφ’ εαυτού δεν έχει κανένα νοηματικό περιεχόμενο, δεν συνιστά μια θετική ουσία εκτός και υπεράνω ρηματικών (discursive) πρακτικών που χρησιμοποιούν τα υποκείμενα στις κοινωνίες της νεωτερικότητας για να ορίσουν και να θεμελιώσουν την κατάστασή τους». 

Υψιπετής σκέψη, που δεν μπορεί να δει αυτό που βρίσκεται χαμηλά, στη βάση: δεν αντιλαμβάνεται, με άλλα λόγια, ότι εκτίθεται σε δύο ενστάσεις: Πρώτον, στην ένσταση της αυτοκατηγόρησης, στο ότι δηλαδή μια θεωρία καταρρέει όταν εφαρμοστεί στον ίδιο τον εαυτό της: Αν το «έθνος» δεν έχει κανένα απολύτως περιεχόμενο και θεσμίζεται μόνον φαντασιακώς εντός ενός ρηματικού πλαισίου, μιας κειμενικότητας δηλαδή μονομερώς υπαγορευμένης από τις προτεραιότητες μιας άρχουσας ελίτ, τότε και η εθνοαποδομητική θεωρία που προτείνουν οι εν λόγω αναθεωρητές δύναται κάλλιστα να είναι ιδεολογικό τεχνούργημα, προϊόν μιας συγκεκριμένης λειτουργίας σύγχρονων ρηματικών λειτουργιών. Δεύτερον το αφήγημα εκτίθεται στην ένσταση της εις άπειρον επαγωγής: Αν δεν προηγείται το έθνος του κρατικού εθνικισμού, αν δεν προηγούνται συγκεκριμένοι αντικειμενικοί εθνοτικοί δείκτες της εθνικής ιδεολογίας, αλλά, όπως μας διαβεβαιώνουν, προηγείται η εθνικιστική ιδεολογία, η οποία μέσω του κρατικού εκπαιδευτικού συτήματος συγκροτεί φαντασιακά το έθνος, τότε τίθεται το ερώτημα για την προέλευση αυτής της εθνικιστικής ιδεολογίας: Αν δεν έχει πραγματολογικό πολιτισμικό υπόβαθρο, τότε θα πρέπει να αναχθεί σε μια προγενέστερη «νοερή κατασκευή» και έτσι θα αγόμαστε στο άπειρο. Η άλλη λύση είναι να εκληφθεί η εθνική ιδεολογία ως δημιουργήμα εν κενώ αέρος, εργαλείο μιας ανιστορικής ιντελιγκέντσιας, που επινοείται in vitro για να εντυπωθεί εν συνεχεία σε μια εύπλαστη αλλά τελείως αδιαμόρφωτη μάζα υποκειμένων. Με τον τρόπο τρόπο αυτό δεχόμαστε ως πρωταρχικό δεδομένο αυτό που θα έπρεπε πρώτα να εξηγήσουμε...

Στην πραγματικότητα, κατ' εμέ, το εγγενές φιλοσοφικό και λογικό πρόβλημα της εθνογενετικής αυτής θεωρίας συνιστά επανεμφάνιση εν ετέρα μορφή των προβλημάτων που συνοδεύουν την σχέση "βάσης - εποικοδομήματος" στο μαρξιστικό θεωρησιακό μοντέλο: Τα όρια μεταξύ ιδεολογικού και πραγματολογικού πεδίου δεν είναι εύκολα ή δεν είναι κάποιες φορές διόλου διακριτά, οπότε ο κίνδυνος της "λήψης του ζητουμένου" ελλοχεύει διαρκώς.

(Βέβαια διανοούμενοι, όπως ο προμνησθείς Δεμερτζής, σπεύδουν να ξεκαθαρίσουν ότι αν και το έθνος καθ’ εαυτό αποτελεί σημαινόμενο άνευ νοήματος, εντούτοις η διαδικασία φαντασιακής θέσμισής του δεν είναι προϊόν ιστορικής αυθαιρεσίας αλλά θεμελιώνεται σε ένα πραγματολογικό πολιτισμικό υπόβαθρο. Όμως η εμμονή στη «φαντασιακότητα» και το υποκείμενό της, τον εθνικισμό, φέρνει στην επιφάνεια τη εγγενή αντιφατικότητα της σύλληψης: Δύσκολα μπορεί να μιλήσει κανείς για επινόηση του πραγματικού: το πραγματικό αναγνωρίζεται, ανανοηματοδοτείται, ερμηνεύεται και ανασυντίθεται, αλλά δεν επινοείται). Το μοντέλο είναι προφανώς παγιδευμένο στον άκαμπτο στρουκτουραλισμό.   
  
Με άλλα λόγια αντιμετωπίζουμε μια παραδειγματική περίπτωση στρουκτουραλιστικού φενακισμού της συνείδησης έναντι του πραγματικού. Κατά τούτο, το αίτημα που αναδύεται κυρίαρχο κατ’ εμέ είναι η επαναπόκτηση του πραγματικού. 

H ελλειμματικότητα της προσέγγισης Κιτρομηλίδη, ή ακόμη περισσότερο των αντίστοιχων προσεγγίσεων του Αντ. Λιάκου και των ομοϊδεατών του, διαπιστώνεται καταφανώς στην παχυλή αδιαφορία τους έναντι του γεγονότος που εν Ελλάδι υπενθύμισε προσφάτως ο Σπ. Βρυώνης: Το εθνογενετικό μοντέλο του Μπ. Άντερσον ή το ακραιφνέστερα στρουκτουραλιστικό του Γκέλνερ δέχτηκε, όπως ήδη είπα, καίρια χτυπήματα από τη νεότερη σχολή των εθνοσυμβολιστών. Ο ιθύνων νους του νέου αυτού ρεύματος, ο Άντονι Σμιθ, επανανακαλύπτει την καίρια σπουδαιότητα της πολιτισμικής παραμέτρου στην συγκρότηση των νεωτερικών εθνών τεκμηριώνοντας το πλαίσιο αυτό την άποψη ότι το «έθνος» προέρχεται από τα «έθνη», «δηλ. τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήταν ακόμα ισχυρές, και διετηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία κατά τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού της προσέδωσε στο έθνος… μεγάλο μέρος του πολιτισμού και του συναισθήματος της αρχαιότητας».

Μάλιστα ο Άντονι Σμιθ μιλά για τη διαδικασία ανάδυσης του έθνους με όρους που παραπέμπουν στο ιδιόλεκτο της παραδοσιακής εθνικής μας ιστοριογραφίας, όπου κυριαρχούν όροι όπως «εθνική αφύπνιση», «παλιγγενεσία» κ. τ. ό., κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία στην ελληνική περίπτωση:

«Η διαδικασία σχηματισμού ενός έθνους δεν είναι τόσο διαδικασία συγκρότησης , πολλώ μάλλον αυθαίρετης επινόησης, όσο διαδικασία επαναπροσέγγισης ήδη υπαρχόντων πολιτισμικών μοτίβων και ανασύστασης παλαιότερων εθνικών δεσμών και συναισθημάτων … Οι Έλληνες αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας αναβίωσης και επαναπροσδιορισμού…».  

Πάνω σε αυτή την πιο πραγματιστική βάση, που έθεσαν οι εθνοσυμβολιστές, οικοδομούνται νεότερες επιστημονικές προσεγγίσεις του προνεωτερικού εθνισμού των Ελλήνων, όπως αυτή της Τζιλ Πέιτζ. Αυτή η τελευταία, μολονότι δεν δέχεται ότι το νεωτερικό έθνος-κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί το νομοτελειακό αποτέλεσμα του ενηλικιούμενου προ-νεωτερικού εθνισμού, παρόλα αυτά υπογραμμίζει ότι «η ύπαρξη εθνοτικών ομάδων είναι δεδομένη σε όλη την υδρόγειο και σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας». 

Το ότι οι δικοί μας ανθεωρητικοί ιστορικοί αγνοούν ή παρατρέχουν τις εισηγήσεις  αυτές μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τις ιδεολογικές προ-καταλήψεις τους, από όσα μας επιτρέπει να εικάσουμε η επιστημονικοφανής αντικειμενικότητα την οποία επικαλούνται για να κατοχυρώσουν το εθνοαποδομητικό τους εγχείρημα. Απλούστατα: οποιαδήποτε ανα-κατασκευή του παρελθόντος μπορεί να είναι περισσότερη ή λιγότερο ιδεολογική. Αν η παραδοσιακή εθνικιστική, όπως την αποκαλούν, ιστοριογραφία, συνιστούσε ένα ισχυρό ιδεολογικό μηχανισμό που χρησιμοποίησε το κράτος για να επιτύχει την αναγκαία πολιτισμική ομοιογένειά του πληθυσμού του στη βάση του εθνικού μύθου, η σύγχρονη «επιστημονική» ανασκευή της δεν είναι οπωσδήποτε απαλλαγμένη ιδεολογικών προπαραδοχών από μόνον το γεγονός ότι αρθρώνεται υπό τη "σημαία" της επιστημονικής αντικειμενικότητας. Εξάλλου, από καθαρά φαινομενολογική άποψη, το εγχείρημα Παπαρρηγόπουλου παρουσιάζει, τηρουμένων των αναλογιών κάθε εποχής, τα ίδια -τουλάχιστον- επιστημονικά διαπιστευτήρια με αυτά των συγχρόνων μας…

Αυτό που εντέλει προσαπαιτείται είναι η  υποβολή του εκάστοτε προτεινόμενου μοντέλου στη βάσανο της συνάντησής του με τους πολυάριθμους πηγαίους μάρτυρες του εκάστοτε ερευνώμενου πεδίου. Συνήθως η πολύμοχθη αυτή προσπάθεια δεν απολήγει σε απλουστευμένες εικόνες του ιστορικού γίγνεσθαι, αλλά μάλλον φέρνει στην επιφάνεια μια πολυπλοκότητα συναρμογών και ρήξεων, ομοιοτυπιών και διαφοροποιήσεων, που μπορεί να διορθώσει ή ακόμα και να οδηγήσει σε κατάρρευση τα προκαθορισμένα αναλυτικά εργαλεία μας.

Μια τέτοιου είδους θεμελιωμένη σε πληθώρα μαρτυριών προσέγγιση, που αναδεικνύει τη συνθετότητα των ιστορικών διαδικασιών που προηγήθηκαν της συγκρότησης του εθνικού μας κράτους κυρώνοντας παράλληλα την προτεραιότητα του πραγματικού έναντι του φαντασιώδους, αποτελεί η νηφάλια και ισορροπημένη προσέγγιση της ελληνικής διαχρονίας από τον νεομαρξιστή Ν. Σβορώνο.     

Η περίπτωση του Νίκου Σβορώνου και της σύγχρονης διαμάχης για την αποτίμηση της θέσης του

Η έννοια της «ελληνικής εθνότητας με πλήρη συνείδηση της ιστορικής της συνέχειας» πρέπει να αντιδιασταλεί ως ιστορική κατηγορία από την έννοια του έθνους και του έθνους-κράτους. Συνεπής στην αρχή αυτή ο Σβορώνος προτείνει μια εκδοχή της συνέχειας του Ελληνισμού που θεμελιώνεται στην εξέλιξη του συνειδησιακού περιεχομένου της ελληνικής εθνότητας από τη ρωμαϊκή κατάκτηση μέχρι την πτώση του Βυζαντίου.

Η εξέλιξη αυτή διακρίνεται από δύο αντίρροπες κατευθύνσεις: πρώτα μια βαθμιαία απομάκρυνση από την ελληνική ιδέα και εν συνεχεία μια αντίρροπη πορεία επανασύνδεσης με την ελληνική παράδοση. Η πρώτη παράμετρος αναδύεται κυρίαρχη μέσα από το οικουμενικό παράδειγμα της χριστιανικής ορθόδοξης πίστης με τον υπερεθνικό χαρακτήρα της, ενώ η δεύτερη κίνηση, που ήδη προαναγγέλεται από το  εγχείρημα σύζευξης της χριστιανικής πίστης με κατηγορίες της ελληνική παιδείας που αναλαμβάνουν οι μεγάλοι Έλληνες Πατέρες του 4ου και του 5ου αιώνα,  ενδυναμώνεται όσο η εδαφική επικράτεια της αυτοκρατορίας συρρικνώνεται στα ιστορικά εδάφη του ελληνισμού και παράλληλα φθίνει εν τοις πράγμασι η οικουμενική βυζαντινορωμαϊκή ιδεολογία.

Έτσι για τον Σβορώνο οφείλουμε να δούμε τον βυζαντινό ελληνισμό ως μια νέα φάση της ίδιας εθνότητας εμπλουτισμένη με καινούργια ιδεολογικά στοιχεία…Ως αποτέλεσμα αυτού η ελληνική εθνότητα μεταβάλλεται σε ολοκληρωμένο και συγκροτημένο έθνος με τη σύγχρονη σημασία του όρου: «μια διαμορφωμένη σταθερή κοινότητα ανθρώπων με συνείδηση ότι αποτελεί ένα ενιαίο και αλληλέγγυο πολιτικό και πολιτιστικό σύνολο με κοινά υλικά και πνευματικά συμφέροντα και μια σταθερά εκπεφρασμένη βούληση πολιτικής και πολιτισμικής αυτονομίας ή ανεξαρτησίας».

Η προσέγγιση αυτή του Σβορώνου χαιρετίσθηκε το 2005 από τον Νάσο Βαγενά ως προοικονομούσα τις «εθνοσυμβολικές» ερμηνείες γένεσης του έθνους τύπου Α. Σμιθ, αλλά και επικρίθηκε ως ουσιοκρατική από τον Αντ. Λιάκο. Αυτός ο τελευταίος, ως πουριτανός της «φαντασιακής ίδρυσης», οσμίζεται απαράδεκτες μεταφυσικές προσεγγίσεις του έθνους ως μιας υπερβατικής «ουσίας» που αντιστέκεται στον χρόνο κάθε φορά που γίνεται λόγος για «διαχρονική συνέχεια». Πρόκειται για αλλεργική αντίδραση έναντι της ιδέας της συνέχειας υπό οποιαδήποτε εκδοχή της από έναν κατ’ επάγγελμα ιστορικό του αριστερού πανεπιστημιακού μας κατεστημένου, που δεν ντράπηκε να ισχυριστεί σε εφημεριδογράφημά του ότι στην Κύπρο δεν υπήρχαν Έλληνες πριν από το 1800  

Είναι ευχερώς αντιληπτό: Το εθνοαποδομητικό παράδειγμα ως κύρια ιδεολογική συνιστώσα της πανεπιστημιακής, δημοσιογραφικής και πολιτικής ιντελιγκέντσιας της χρεωκοπημένης μεταπολίτευσης λειτουργεί εν τοις πράγμασι ως έκφανση πολιτιστικής και όχι μόνον εξάρτησης. Αποβαίνει μοχλός διαιώνισης ενός πολιτικού και πολιτισμικού μεταπρατισμού, στα όρια του οποίου σφυρηλατείται –ενίοτε ασύνειδα - μια σχέση μειονεξίας και υποτέλειας των μικρών και αδύναμων εθνών έναντι των ισχυρών κέντρων παραγωγής όχι μόνον πλούτου αλλά και ιδεών. 

Εννοώ εδώ ότι η όποια οικονομική και πολιτική σχέση εξάρτησης ή ακόμα και υποταγής συνοδεύεται κατά το μάλλον ή ήττον από έναν βαθύτατα ιδεολογικό μηχανισμό αναπαραγωγής μορφών πολιτισμικής υποτέλειας. Τούτο το φαινόμενο έχει βαθιές ρίζες στο ιστορικό παρελθόν μας, λόγω του βαθιά εξαρτησιακού χαρακτήρα του νεοελληνικού κράτους· ωστόσο φρονώ πως αποκτά την σαφή ιδεολογική του φυσιογνωμία στην μεταπολιτευτική μήτρα του ιστορικού και πολιτισμικού αναθεωρητισμού, από την οποία ξεπήδησε η μίζερη υποκουλτούρα της αρνησιπατρίας και το σιαμαίο αδελφάκι της, η απέχθεια προς οτιδήποτε συνεπάγεται ιστορική ευθύνη και χρέος. Τούτος ο συλλογικός αυτοχειριασμός αποκαλείται ύπουλα «προοδευτικότητα» και επικαλύπτεται από επιστημονικοφανείς και κάποτε επιτηδευμένα λαβυρινθώδεις αναλύσεις· όμως έχει τόση σχέση με την πρόοδο και την επιστημονικότητα, όση ένας τυφλός με το φως του ήλιου ή ένας τετραπληγικός με τις επιδόσεις στο άλμα επί κοντώ του Σεργκέι Μπούμπκα… 

Η διάνοιξη του πεδίου ενός πραγματικού επιστημονικού διαλόγου στον ορίζοντα μιας γνήσιας διεπιστημονικότητας είναι επομένως επιτακτικό χρέος της πανεπιστημιακής μας κοινότητας και εν γένει των διανοουμένων. Η δε συνειδητοποίηση της ιδεολογικής διαμεσολάβησης όλων των επιστημονικών προσεγγίσεων –και όχι μόνον των αντιπάλων μας- αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση ρήξης με εκείνη την μορφή κριτικής της εθνικής ιδεολογίας και την αποδόμηση των εθνικών ταυτοτήτων που εν τέλει εξυπηρετεί, προάγει ή υποθάλπει την πολιτισμική και συνακόλουθα πολιτικο-οικονομική δορυφοροποίηση μικρών εθνών, που αίφνης ενδέχεται να αντιμετωπισθούν με τον τρόπο που ο Γερμανός ήρωας του Χ. Μπροχ αντιμετώπισε τους Ούγγρους στο παράθεμα έναρξης της παρούσας εισήγησης: «Ένας Θεός το ξέρει, αυτοί οι Ουγγαρέζοι δεν έπρεπε να υπάρχουν ως έθνος. Και το γεγονός ότι ο Οππενχάιμερ είχε προσθέσει και την Ιταλία στις διαγωνιζόμενες χώρες του φαινόταν και αυτό εξίσου ανάρμοστο…».    

Φοβάμαι ότι από την θέση για το έθνος ως φαντασιακή κατασκευή μέχρι την απλούστευση «δεν υπάρχει έθνος» η απόσταση είναι μικρή· όμως και από το «δεν υπάρχει έθνος» μέχρι το «δεν πρέπει να υπάρχεις ως έθνος, αλλά ως χώρος μιγαδικών συναγελασμών» η απόσταση είναι ακόμη μικρότερη: ένα «διδακτορικό» δρόμος…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου