Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Χριστολογία και οικουμενικότητα


Το νέο βιβλίο του Ιωάννη Κουρεμπελέ για τον «Νεοχαλκηδονισμό»


Κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Κυριακίδη μια εμβριθής ιστορικοδογματική μελέτη του Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Ιωάννη Κουρεμπελέ με τίτλο Νεοχαλκηδονισμός. Δογματικός Τρόπος Διαίρεσης ἤ Τόπος οἰκουμενικῆς Συνύπαρξης; Πρόκειται για ένα πόνημα που αναπτύσσει, εμβαθύνει και ολοκληρώνει παλαιότερη έρευνα του ίδιου συγγραφέα (καρπός της οποίας υπήρξε ένα μελέτημα για τον νεοχαλκηδονισμό που δημοσιεύθηκε Γερμανιστί στο Orthodoxes Forum του Πανεπιστημίου του Μονάχου).
 



Ο όρος «νεοχαλκηδονισμός» αποτελεί δογματικοθεολογικό νεολογισμό που επινόησαν δυτικοί πατρολόγοι και ιστορικοί των δογμάτων σε μια προσπάθεια να ταξινομηθεί με όρους διαλεκτικής αντίθεσης μεταξύ αντιοχειανού/ρωμαϊκού δυοφυσιτισμού αφενός και κυρίλλειου «μονοφυσιτισμού» αφετέρου η προσπάθεια βυζαντινών θεολόγων του 6ου κυρίως αιώνα να επανερμηνεύσουν δήθεν «μονοφυσιτικά» την Χαλκηδόνα με στόχο να καταστεί αποδεκτή από τους «αντιχαλκηδόνιους» οπαδούς του αγίου Κυρίλλου. Σύμφωνα πάντα με την ακαδημαϊκή αυτή άποψη, τον θρίαμβο του νεοχαλκηδονισμού ως εγχειρήματος «αναθεώρησης» της Χαλκηδόνας (4η Οικουμενική Σύνοδος του 451) σήμανε η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως (553).

 
Ο Καθηγητής Ιωάννης Κουρεμπελές έρχεται με το υπό συζήτηση πόνημά του να ανασκευάσει εκ βάθρων το ιστορικοδογματικό αυτό consensus της Δύσης. Έχοντας λάβει υπ’ όψη του το εύρος της δυτικής βιβλιογραφίας επί του ζητήματος αλλά και γνωρίζοντας καλά την προγενέστερη σχετική έρευνα Ελλήνων θεολόγων, όπως αυτή του Καθηγητή Γ. Δ. Μαρτζέλου, ο Ι. Κουρεμπελές προβαίνει σε μια κριτική παρουσίαση της συνολικής προβληματικής. Στόχος του είναι να καταδείξει ότι η θεολογική σκέψη που κατηγοριοποιήθηκε υπό τον γενικό τίτλο «νεοχαλκηδονισμός» δεν προκάλεσε κανενός είδους ρήξη με την χριστολογική Ορθοδοξία της Χαλκηδόνας· τουναντίον, εγγράφεται άνευ ετέρου εντός του πλαισίου της ορθόδοξης μαρτυρίας της Μίας Εκκλησίας για το πρόσωπο του σαρκωθέντος Λόγου του Θεού αποτελώντας «κοινή, για Δύση και Ανατολή, οικουμενική Παράδοση».

Με βάση λοιπόν το πλούσιο παραδοσιακό υλικό της σχετικής περιόδου -οριζόμενης χρονικά αφενός από τα προοίμια της Χαλκηδόνας (αρχές 5ου αιώνα) και αφετέρου από τον Μάξιμο τον Ομολογητή (μέσα 7ου αιώνα)- που εκτιμάται στα όρια μιας κριτικής και εν ταυτώ δημιουργικής αντιπαράθεσης με τα πορίσματα σύγχρονων δυτικοευρωπαίων ερευνητών (Moeller, Uthemann, Helmer, κ.ά.), ο Ι. Κουρεμπελές διαρθρώνει το σύγγραμμά του σε μία εισαγωγική ενότητα και έξι (6) κεφάλαια:
Α) Στην εισαγωγική ενότητα ο συγγραφέας αναλύει λεπτομερώς τη γένεση και καθιέρωση του όρου «νεοχαλκηδονισμός» στη συνάφεια της νεότερης δυτικής ιστορικοδογματικής έρευνας.

Β) Στην πρώτη ενότητα, η οποία ως εκ του χαρακτήρα της αναλαμβάνει κεντρικό δομολειτουργικό ρόλο εντός της οικονομίας της όλης σύνθεσης, ο συγγραφέας κυρώνει τον οικουμενικό χαρακτήρα του υπό εξέταση ιστορικοδογματικού φαινομένου, στο μέτρο που με βάση τρία οικουμενικής σημασίας παραδείγματα, δηλ. τη χριστολογική ορολογία του αγίου πατριάρχη Πρόκλου (στον οποίο ο συγγραφέας έχει αφιερώσει παλαιότερη μελέτη του), τη διδασκαλία του Βασιλείου Σελευκείας (κομβική φιγούρα στη διαμόρφωση του Όρου της Χαλκηδόνας) και την περίπτωση του πάπα Ιωάννη του Β΄, διασαφεί το χρονικό εύρος και τεκμηριώνει το θεματικό βάθος του νεοχαλκηδονισμού.

Γ) Η δεύτερη ενότητα είναι αφιερωμένη στην υπεράσπιση της Χαλκηδόνας από τους μεταχαλκηδονίους ορθόδοξους θεολόγους με έμφαση στην διττή αντιαιρετική στόχευσή τους (Νεστοριανοί-Σεβηριανοί).

Δ) Στην τρίτη ενότητα τίθενται υπό τον ερευνητικό φακό οι θεολογικές προϋποθέσεις της εποχής του Ιουστινιανού και το ακανθώδες ζήτημα της αποδοχής της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου από τη Ρώμη.

Ε΄) Στην τέταρτη ενότητα ο συγγραφέας θέτει το ερώτημα για την λειτουργικότητα του όρου «νεοχαλκηδονισμός» σε σύγχρονες ιστορικοδογματικές συνάφειες και προβαίνει στην διατύπωση μιας εκ των κυρίων θέσεων του πονήματός του, σύμφωνα με την οποία η «χρησιμοποίηση του όρου νεοχαλκηδονισμός δεν σημαίνει πως αποδεχόμαστε πως σε αυτόν υπάρχει κάτι νεότερο από αυτό που δίδαξε η Χαλκηδόνα… διότι το χριστολογικό περιεχόμενο που εκφράζει ο νεοχαλκηδονισμός υπάρχει πριν από τη Χαλκηδόνα και διαμορφώνει τη Χριστολογία της».

Στ΄) Στην πέμπτη ενότητα ο συγγραφέας καταπιάνεται ειδικότερα με τα πορίσματα της δυτικής έρευνας και σταχυολογεί θετικές απόψεις για τον νεοχαλκηδονισμό· επιδιώκει έτσι να ορίσει την ορθή προοπτική κατανόησης του όρου από τη δυτική θεολογία.

Ζ΄) Στην έκτη και τελευταία ενότητα ο συγγραφέας πραγματεύεται με βάση το παράδειγμα του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού τον οικουμενικό χαρακτήρα του νεοχαλκηδονισμού, καθώς ανιχνεύει την ορθόδοξη παρακαταθήκη στη δυτική συνοδική παράδοση.
Το βιβλίο κατακλείεται από ένα επιλογικό σημείωμα, σύνοψη στα Γερμανικά, βιβλιογραφία και ευρετήρια.    
Φάνηκε φρονώ ήδη ξεκάθαρα ότι το εν λόγω σύγγραμμα αντιπροσωπεύει μια δομικά  σφιχτοδεμένη έρευνα δύο περίπου αιώνων χριστολογικής μαρτυρίας της Εκκλησίας μας· παράλληλα παρουσιάζεται ως ένα panopticum μιας καθοριστικής για τη διαμόρφωση του χριστολογικού δόγματος περιόδου της εκκλησιαστικής ιστορίας. Είναι λοιπόν ευνόητο πως ό, τι ακολουθεί δεν μπορεί παρά να αποτελεί σχόλιο σχετικά με τη θεμελιακή, κατά την αντίληψή μας, λειτουργικότητα του πονήματος και όχι εξαντλητική έκθεση των επί μέρους ερωτημάτων και του τρόπου με τον οποίο αυτά απαντώνται.
 
Κατά την ταπεινή μου αντίληψη ο συγγράφεας τεκμηριώνει την καθοριστική σπουδαιότητα αυτού που θα αποκαλούσα νεοχαλκηδονισμό avant la lettre, γεγονός που ισοδυναμεί με μια αντιστροφή του καθιερωμένου στη δυτική έρευνα σχήματος: Αντί του γραμμικού-διαλεκτικά εξελικτικού: Χαλκηδόνα (θέση), νεοχαλκηδονισμός (αντίθεση), Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος (σύνθεση ή εμβάθυνση της αντίθεσης;) ο Κουρεμπελές αντιπροτείνει το καλειδοσκοπικό: (Νέο)χαλκηδονισμός ως προϋπόθεση και εσωτερικό κέντρο της Χαλκηδόνας, και Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος ως επιβεβαίωση της εκκλησιαστικής συνείδησης (της εκφραζομένης στη Χαλκηδόνα και αδιαλείπτως βιουμένης εν Πνεύματι εντός του εκκλησιαστικού σώματος).
Το σχήμα αυτό όχι μόνον τεκμηριώνεται από τις πηγαίες μαρτυρίες αλλά και αντανακλά σε επίπεδο ακαδημαϊκής έρευνας το καθολικό φρόνημα του εκκλησιαστικού σώματος. Ορθά επομένως θα έλεγε κανείς ότι με το σύγγραμμα αυτό ο συγγραφέας καταθέτει ένα έξοχο παράδειγμα σύζευξης της χαρισματικής εκκλησιαστικής μαρτυρίας με εκείνο το είδος έρευνας που υπαγορεύεται από τις μεθοδολογικές αρχές της νεωτερικής επιστήμης. Εκκλησιαστική πίστη και επιστημονική έρευνα δεν αλληλοαποκλείονται· αντιθέτως, υπό προϋποθέσεις αλληλοσυμπληρώνονται. Ο «Νεοχαλκηδονισμός» του Κουρεμπελέ πιστοποιεί του λόγου το αληθές με βάση το παράδειγμα ενός ειδικού ζητήματος της ιστορίας των δογμάτων.     
 
Εμείς κλείνουμε με ένα δογματικό σχόλιο (το οποίο αναπτύξαμε δια πολλών στη σχετική μελέτη μας «Christologische Streitigkeiten zwischen Chalkedon 451 und Konstantinopel II 553 und ihre Auswirkung auf das liturgische Leben der Kirche», Orthodoxes Forum): Το κεντρικό postulatum του νεοχαλκηδονισμού, που συγκεφαλαιώνεται στην αναγνώριση ως ισόκυρων και ισότιμων των διαφορετικών ορολογικών συστημάτων, υιοθετήθηκε από την 5η Οικουμενική Σύνοδο του 553. Η Σύνοδος, επιβεβαιώνοντας την οικουμενική σπουδαιότητα της κυρίλλειας χριστολογίας στην ερμηνευτική συναλληλία της προς την Χαλκηδόνα, δεν διακήρυξε απλώς την ακλόνητη εμμονή της Καθολικής Εκκλησίας στην 4η Οικουμενική Σύνοδο αλλά, πολύ περισσότερο,  υπέδειξε ότι τα δογματικά και συμβολικά κείμενα των Συνόδων και γενικότερα της Εκκλησίας δεν αποτελούν κανόνα του εαυτού τους και έτσι, στο μέτρο που το κανονιστικό κύρος τους αντλείται από το πλήρωμα του εκκλησιαστικού φρονήματος που αντανακλάται σ’ αυτά, πρέπει να κατανοούνται υπό το φως σύνολης της εκκλησιαστικής παράδοσης και εντός των ειδικών ιστορικοδογματικών συνθηκών γενέσεώς τους.
 
Το σύγγραμμα του Καθηγητή Ι. Κουρεμπελέ, στο οποίο εδώ αναφερθήκαμε κατ’ ανάγκη ακροθιγώς, έρχεται να επιβεβαιώσει τον δυναμικό χαρακτήρα της δογματικής μαρτυρίας της Εκκλησίας την ίδια στιγμή που υπογραμμίζει την εμμονή του καθολικού εκκλησιαστικού σώματος στην «ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς ἁγίοις πίστιν». Πράττοντάς το αυτό διανοίγει ταυτόχρονα με γνώση και ευθύνη τον ορίζοντα μιας γνήσια οικουμενικής -και όχι βέβαια οικουμενιστικής- θέασης της εκκλησιαστικής πίστης· υποδεικνύει έτσι τους δρόμους που όλοι οφείλουμε να ακολουθήσουμε στην αργαλέα και δόλιχη πορεία προς την εκκλησιαστική ενότητα, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να επιδιωχθεί με όρους «δογματικού ή εκκλησιολογικού σχετικισμού». 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου