Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Ισλάμ και τρομοκρατία. Μέρος Α΄


Εισήγηση του Γ. Δ. Παναγόπουλου για τον σύγχρονο ισλαμικό φονταμενταλισμό

Αναρτώ σήμερα το πρώτο μέρος της διάλεξης με θέμα το ισλαμικό τζιχάντ που έδωσα στην Άρτα στις 29 Ιανουαρίου  2016. Κατ' αρχάς επισκοπώ άκρως συνοπτικά  την ιστορία της ισλαμικής εξάπλωσης, αναφέρομαι στη βασική διαίρεση του ισλαμικού κόσμου σε σουνίτες και σιίτες και περιγράφω την πολιτικοστρατιωτική και κοινωνικοοικονομική συγκυρία στο πλαίσιο της οποίας έκανε την εμφάνισή του στις αρχές του 20ου αιώνα το φονταμενταλιστικό ισλάμ.

 Στη συνέχεια εκθέτω και τεκμηριώνω την έννοια του τζιχάντ ως πρωταρχικά ιεροπολεμικής βίας ασκουμένης για την υπόθεση του Αλάχ λαμβάνοντας υπ' όψη μου την ισλαμική νομική και θεολογική παράδοση. Ακολούθως  ανασκευάζω συγκριμένες περί του αντιθέτου ενστάσεις, οι οποίες προβάλλονται συνήθως από μια "φιλοϊσλαμική απολογητική" που ως καλλωπιστικό φυτό αποτελεί απαραίτητο κόσμημα στους ναούς της κυρίαρχης θρησκείας των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών (της "προοδευτικής" Ελλάδας μη εξαιρουμένης βεβαίως...), της πολιτικής ορθότητας και του πολιτισμικού σχετικισμού.      
Τζιχάντ:  Αστοχία υλικού ή δομικό χαρακτηριστικό του Ισλάμ;


Τι είναι το Ισλάμ; Σύντομη ιστορική επισκόπηση – τυπολογία

Όταν οι μαθητές του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου Χέγκελ είπαν στο δάσκαλό τους ότι τα πράγματα διαψεύδουν τη θεωρία του, αυτός χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του απάντησε: τόσο το χειρότερο για τα πράγματα…
Παρόμοιο αλαζονικό διαζύγιο από την πραγματικότητα φαίνεται ότι στις μέρες μας ζήτησαν και πήραν ουκ ολίγοι πολιτικοί ηγέτες, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι αλλά και απλοί πολίτες των δυτικών δημοκρατιών σε σχέση με την εδώ και δεκαετίες ογκούμενη απειλή του ακραίου φονταμενταλιστικού ισλάμ ή, όπως αλλιώς αποκαλείται, του σαλαφιτικού ισλάμ. Φαίνεται δηλαδή ότι είναι ασυγκρίτως ευκολότερο να κλείσεις τα μάτια σου μπροστά στην πραγματικότητα από το να σκεφτείς πώς να την αντιμετωπίσεις· η άρνηση του προβλήματος προβάλλεται ως η μόνη λύση και ο φαντασιακός εξωραϊσμός ως μόνη διέξοδος από την αφόρητη ασχήμια. 

 Ό,τι ακολουθεί αποτελεί μια απόπειρα σκιαγράφησης του προβλήματος με άξονα την κεντρική στο σαλαφιτικό Ισλάμ έννοια του τζιχάντ. Η ανάπτυξή μου χωρίζεται σε δύο μέρη: Στο πρώτο θα επισκοπήσω δια βραχέων την ιστορία του ισλάμ, θα αναφερθώ στην εμφάνιση του σύγχρονου επαναστατικού ισλαμισμού, δηλ. το σαλαφισμό, και θα επιχειρήσω να δείξω τη σχέση του με το παραδοσιακό σουνιτικό ισλάμ αναφερόμενος σε κάποιες εμβληματικές φυσιογνωμίες του σαλαφισμού. Στο δεύτερο θα εστιάσω την προσοχή μου στο πρόβλημα του τζιχάντ: Θα προβώ σε απόπειρα ορισμού του, θα εκθέσω κριτικά τα επιχειρήματα τόσο των επικριτών όσο και των απολογητών του ισλάμ για το τζιχάντ, και τέλος προβώ σε ένα σχόλιο σχετικά με τα αίτια ανάδυσης της τρομοκρατικής απειλής και τους τρόπους αντιμετώπισής του
 

Ποιο Ισλάμ; Η εμφάνιση του σαλαφιτικού ριζοσπαστισμού και η σχέση του με το «μετριοπαθές» Ισλάμ

 Γίνεται πολύς λόγος σήμερα κυρίως με αφορμή τη διεθνή τρομοκρατική δράση της αλ Κάιντα και την ανακήρυξη του χαλιφάτου του ΙΣΙΣ για τον αναδυόμενο βίαιο ριζοσπαστικό χαρακτήρα του Ισλάμ ωσάν να πρόκειται για ένα φαινόμενο πρωτόγνωρο στην ιστορία της θρησκείας αυτής. Η πραγματικότητα, ωστόσο, διαψεύδει ακόμα μια φορά τις συνθηματολογικούς αφορισμούς και αρνείται να χωρέσει στην προκρούστεια κλίνη των εννοιών που κατασκευάζουν κάποιοι είτε για να καθησυχάσουν είτε για να παραπλανήσουν.

Από το 622 μ. Χ., έτος της περίφημης αποδημίας του Μωάμεθ από την Μέκκα στην Μεδίνα (η περίφημη Εγίρα), αρχίζει να ξετυλίγεται η ιστορία μιας πολιτικοθρησκευτικής ομάδας που επρόκειτο μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες να κυριαρχήσει σε ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη ως η νεότερη θρησκεία της ανθρωπότητας, αλλά και ταυτόχρονα ένας τρόπος ολοκληρωτικής πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών που την υιοθετούν. Αυτή η αδρομερής περιγραφή, βεβαίως, δεν αποσκοπεί στο να συσκοτίσει το γεγονός ότι στην ιστορική εξέλιξή του ισλάμ συγκροτήθηκαν κρατικές οντότητες στους κόλπους των οποίων παρατηρήθηκε, κατά καιρούς και περιοχές, ένας βαθμός ανεκτικότητας έναντι κυρίως των Χριστιανών και των Εβραίων. Στο πλαίσιο αυτό εγγράφεται οπωσδήποτε και η διαδικασία όσμωσης μεταξύ ελληνορωμαϊκού-χριστιανικού και ισλαμικού παράγοντα, που εκδηλώθηκε με τη μορφή ενός συντονιζόμενου από την κεντρική διοίκηση μεταφραστικού εγχειρήματος  στο αββασιδικό χαλιφάτο: Ένας μεγάλος αριθμός ελληνικών φιλοσοφικών αλλά και ιατρικών κειμένων (αν και πολύ συγκεκριμένης, «χρηστικής» θεματικής, όπως έδειξε ο Ρούντι Παρέτ) μεταφράστηκαν από Σύρους, κυρίως Νεστοριανούς, Χριστιανούς στην αραβική από συριακές μεταφράσεις του ελληνικού πρωτοτύπου (θεμελιακή εδώ είναι η έρευνα του Δημήτρη Γκούτα). Με τον τρόπο αυτό καλλιεργήθηκαν πρόσφορες συνθήκες σύντηξης διαφορετικών πολιτιστικών οριζόντων, η οποία συνέβαλε καίρια στην διαμόρφωση της αραβικής μεσαιωνικής φιλοσοφίας. Εκ παραλλήλου Χριστιανοί λόγιοι συνέχιζαν τη διδακτική και συγγραφική δραστηριότητά τους με αποτέλεσμα την μέχρις ενός σημείου ανάπτυξη της θεολογικής σκέψης (καθοδηγητικός ειδικά για το αββασιδικό Ιράκ είναι ο συλλογικός τόμος που επιμελήθηκε ο D. Thomas, Christians at the Heart of Islamic Rule. Church Life and Scholarship inAbbasid Iraq, Leiden / Boston 2003).  


Σε κάθε περίπτωση όμως, μετά τις ηρωικές απαρχές με την ενοποίηση των αραβικών φυλών υπό τον Μωάμεθ και την εκρηκτική πολεμική εξάπλωση του ισλάμ υπό την ηγεσία τεσσάρων συντρόφων του, που θα αποτελέσουν τους τέσσερις πρώτους «ορθά καθοδηγούμενους» χαλίφες, η ούμμα, δηλ η κοινότητα των πιστών μουσουλμάνων, θα γνωρίσει ένα μεγάλο σχίσμα στους κόλπους της, μια αρχέγονη, θα έλεγα, συστημική καταστροφή: Οι οπαδοί του τέταρτου χαλίφη Άλι, που θα αποκληθούν σιίτες (σία Άλι), θα αρνηθούν να αναγνωρίσουν τη νομιμότητα των επικεφαλής της ούμμα, επειδή φρονούσαν ότι νόμιμος χαλίφης και ιμάμης της κοινότητας δύναται να είναι μόνον συγγενής του «προφήτη» από την πλευρά του Άλι (όπως οι γιοί του Χασάν και Χουσέϊν), ο οποίος είχε παντρευτεί την κόρη του Μωάμεθ Φατίμα. Έτσι διαμορφώνονται εντός του ισλαμικού κόσμου δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία προϊόντος του χρόνου και μέχρι τις ημέρες μας θα συγκρούονται με ασυμφιλίωτο μίσος. Από τη μια μεριά οι οπαδοί της παράδοσης (σούνα), οι Σουνίτες -οι οποίοι σήμερα αποτελούν πάνω από το 70% του παγκόσμιου ισλαμικού πληθυσμού- υιοθέτησαν ένα πολύ ευρύτερο κριτήριο νόμιμης διαδοχής του χαλίφη που δεν αποκλείει την συγγένεια με τον Μωάμεθ αλλά και δεν την περιορίζει στους απογόνους από την γραμμή του Άλι, και από την άλλη μεριά οι Σιίτες -η μειοψηφούσα ομάδα- που επιμένει στην ανάγκη καταγωγής του χαλίφη από τον Άλι ως προϋπόθεση νομιμοποίησής του στην αρχηγία της ούμμα, και αποτελεί περί το 30 % των ανά την υφήλιο μουσουλμάνων. Σουνιτικές είναι σήμερα στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι Σ. Αραβία, Αίγυπτος, Λιβύη, οι χώρες του Μαγκρέμπ, η Τουρκία, οι τουρκμενικές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες της Κ. Ασίας, καθώς και το Πακιστάν, η Μαλαισία και η Ινδονησία. Σιιτικές είναι το Ιράν και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στο Ιράκ, ενώ τη Συρία κυβερνά το καθεστώς των Άσαντ, η οποίοι ανήκουν στη μειοψηφική αλλά πολιτικά κυρίαρχη ομάδα των αλαουιτών, μιας ετερόδοξης ισλαμικής σέκτας φιλικά προσκείμενης προς τους σιίτες του Ιράν και συγγενής θρησκειολογικά προς τους υπό διωγμό τελούντες Αλεβήδες της Τουρκίας…

Μετά την χρυσή περίοδο του αραβικού αυτοκρατορικού ισλάμ, τη σκυτάλη του χαλιφάτου θα αναλάβουν οι Οθωμανοί Τούρκοι. Οι Οσμανλίδες θα ηγηθούν του μουσουλμανικού κόσμου μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, οπότε η αυτοκρατορία τους θα ηττηθεί στο Α΄ ΠΠ και τα εδάφη της, των αραβικών συμπεριλαμβανομένων, θα αποτελέσουν αντικείμενο αποικιοκρατικής διανομής μεταξύ των μεγάλων δυτικών δυνάμεων, κυρίως δε της Βρετανίας και της Γαλλίας. Το τέλος του 19ου και το πρώτο μισό του 20ου υπήρξε ίσως η οδυνηρότερη περίοδος για τον ισλαμικό κόσμο. Η περηφάνια και η αξιοπρέπειά του θα τραυματιστεί βαθιά, καθώς τη διάλυση της Οθωμανίας θα ακολουθήσει η κατάργηση από τον Ατατούρκ το 1924 του χαλιφάτου με ό, τι αυτό σήμανε σε ιδεολογικό-συμβολικό και συναισθηματικό επίπεδο για τους μουσουλμάνους. Επιπλέον οι μουσουλμάνοι της Κ. Ασίας θα απορροφηθούν από τη ρωσική αυτοκρατορία, οι μουσουλμάνοι ηγεμονίσκοι της Ινδίας θα βρεθούν υπό την βρετανική αποικιακή κυριαρχία, ενώ η Περσία / Ιράν θα γνωρίσει την εμπειρία ενός ιδιότυπου αγγλο-ρωσικού condominium. Στην Αίγυπτο είχε ήδη εγκαθιδρυθεί η αγγλική κυριαρχία, ενώ οι Άραβες της Μ. Ανατολής και της αραβικής χερσονήσου θα συνειδητοποιήσουν ότι οι υποσχέσεις για εθνική χειραφέτηση των δυτικών πρακτόρων που τους ξεσήκωναν εναντίον των Οθωμανών είχαν την ισχύ… κάλπικης λίρας

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά μεσούντος του 20ου αιώνα οι ΗΠΑ, κυρίαρχη δύναμη μετά τη λήξη του Β΄ ΠΠ, θα συμβάλει τα μέγιστα στη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους του Ισραήλ σε παλαιστινιακά εδάφη που οι Άραβες θεωρούσαν -τουλάχιστον από μία άποψη ορθώς- δικά τους. Η εκδίωξη 750000 Παλαιστινίων από τις εστίες τους και η αποτυχία των Αράβων να εξαφανίσουν στρατιωτικά το νεοϊδρυθέν κράτος του Δαυίδ μπεν Γκουριόν ήρθε απλώς να ολοκληρώσει αυτό που  στο συλλογικό φαντασιακό των αραβικών εθνών της περιοχής εντυπώθηκε ως η «καταστροφή».
Διόλου παράδοξο λοιπόν ότι ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στους κόλπους των ελίτ μουσουλμάνων διανοουμένων παρατηρούνται ζυμώσεις που κατατείνουν στην ανανέωση της μουσουλμανικής αυτοσυνειδησίας μέσω εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων του Ισλάμ. Καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό θα αναλάβει ο Αιγύπτιος λόγιος Μοχάμεντ Άμπτουχ (1849-1905): Ο Άμπντουχ, όπως και ο μαθητής του Ρασίντ Ρίντα, θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι για τη βαθιά παρακμή του Ισλάμ θα πρέπει πρωτίστως να θεωρηθούν υπεύθυνοι οι Οθωμανοί, οι οποίοι πήραν από τους Άραβες την ισλαμική ηγεσία. Επιπλέον ο Άμπτουχ θα προβάλει με έμφαση την ιδέα της πλήρους συμβατότητας του ισλάμ με τη δυτική νεωτερικότητα: Οι επιστημονικές επιτεύξεις της Δύσης και η κοινωνικοοικονομική της πρόοδος δεν έρχονται σε αντίθεση με το Ισλάμ, εφόσον εν σπέρματι υπάρχουν ήδη στη διδασκαλία του Προφήτη και των πρώτων συντρόφων του. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η απαρχή του σαλαφισμού. Πρόκειται για την ιδέα της επιστροφής στις ανόθευτες πηγές των πρώτων αρχών: το Κοράνι, καθώς και την πράξη του «προφήτη» και ευσεβών πρώτων αδελφών, δηλ. των άμεσων συντρόφων του Μωάμεθ και των διαδόχων του μέχρι τη δεύτερη γενεά. Ο όρος σαλάφ δηλώνει ακριβώς αυτούς· επομένως ο σαλαφισμός καλεί τον μουσουλμανικό κόσμο σε μια επιστροφή στη διδασκαλία και κυρίως την ζωή των σαλάφ, των ευσεβών πρώτων αδελφών και συντρόφων του Μωάμεθ.  

Οι εξελίξεις όμως, ιδίως στον 20ο αιώνα, δεν επέτρεψαν στον εκσυγχρονιστικό, ανοικτό προς τη δυτική νεωτερικότητα, σαλαφισμό του Άμπτουχ να μακροημερεύσει, μολονότι μέχρι και την δεκαετία του ’60 οι ιδέες του ήταν κυρίαρχες σε κύκλους μουσουλμάνων λογίων. Από την δεύτερη ήδη δεκαετία του 20ου αιώνα είχε αρχίσει να προπαγανδίζεται μια αυστηρότερη, φονταμενταλιστική εκδοχή σαλαφισμού, που επέπρωτο να καταστεί κυρίαρχη στις μέρες μας. Φορέας της ισλαμικής αυτής ανανέωσης υπήρξε η μητέρα όλων των νεότερων επαναστατικών ισλαμικών οργανώσεων σουνιτικού τύπου, η διάσημη όσο και διαβόητη Μουσουλμανική Αδελφότητα της Αιγύπτου. Ιδρυτής της υπήρξε ο Χασάν αλ Μπάνα, ένας φανατικός Αιγύπτιος σουνίτης βαθιά αηδιασμένος από την φθοροποιό επίδραση της Δύσης στο λαό του. Ο σαλαφισμός του αλ Μπάνα μάλλον παρακάμπτει τον Άμπντουχ και συνδέεται με την διδασκαλία του Ιμπν Ταϊμίγια (1263-1328), ενός θεολόγου του Μεσαίωνα που άσκησε καθοριστική επιρροή σε εκείνους εκ των συναδέλφων του στον 20ο αιώνα οι οποιοι διαμόρφωσαν τον φονταμενταλιστικό σαλαφισμό των ημερών μας. Να σημειωθεί ακόμη ότι το έργο του Ταϊμίγια ήταν ένας από τους κύριους εμπνευστές των  δολοφόνων του Σαντάτ το 1981.

Για να αντιληφθεί κανείς το δυναμικό αρνητικής ενέργειας που σώρευσε από την αποικιοκρατική εμπειρία ο ισλαμικός κόσμος, αρκεί να θυμηθεί ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα επένδυσε πολλά στη νίκη των Ναζί κατά τον Β΄ Π.Π., ενώ ο μεγάλος μουφτής της Ιερουσαλήμ Χατζ Αμίν αλ Χουσεϊνί, ένας ακόμα πατέρας του σύγχρονου τζιχαντισμού, υπήρξε αυτός που υπέβαλε στους χιτλερικούς την ιδέα της ειδικής σημάνσεως των Εβραίων με το άστρο του Δαυίδ. Μάλιστα το 1944 προσωπικά μερίμνησε για την συγκρότηση μιας μεραρχίας Ες Ες από Βόσνιους μουσουλμάνους!

Την δεκαετία του ‘60 επικεφαλής της Μουσουλμανικής Αδελφότητας θα τεθεί ο Σαΐντ Κουτμπ. Ο Κουτμπ απηύθυνε διαρκές κάλεσμα για τζιχάντ εναντίον των εχθρών της θρησκείας, στους οποίους τώρα συμπεριέλαβε και εκείνους εκ των ομοπίστων του που δεν αποδέχονταν πλήρως το σαλαφισμό και δεν απέρριπταν ολοκληρωτικά τη Δύση. Ανέπτυξε γι’ αυτό την πεποίθηση (γνωστή ως θεωρία του τακφίρ) ότι οι αληθείς μουσουλμάνοι μπορούν να αφορίσουν τους αποστάτες ομοπίστους τους και να τους καταδικάσουν σε θάνατο. Η τακτική αυτή έχει σήμερα πλήρως υιοθετηθεί και ακολουθείται με σχολαστικότητα από τους τρομοκράτες του ισλαμικού κράτους. Ως γνωστόν, πρώτος στόχος των ένοπλων οπαδών του αλ Μπαγκντατί, που το 2014 αυτοανακηρύχθηκε χαλίφης και ηγείται του ΙΣΙΣ, είναι οι σιίτες μουσουλμάνοι, καθώς και μέλη ετερόδοξων σεκτών, που οι σαλαφίτες αποκαλούν ειδωλολάτρες, όπως οι άτυχοι Γιεζίντι, μη  μουσουλμάνοι Κούρδοι, οι οποίοι προ ολίγων μηνών έπεσαν θύματα της δολοφονικής μανίας του προελαύνοντος στο βόρειο Ιράκ «χαλιφάτου».


Τέλος, ο σουνιτικός σαλαφισμός θα αποκτήσει ένα ισχυρό και σταθερό μετερίζι: την Σαουδική Αραβία. Εκεί οι Ουαχαμπίτες, δηλ. οι πουριτανοί οπαδοί του Αμπτ αλ Ουαχάμπ, ενός φανατικού λογίου του 18ου αιώνα που πέτυχε να συμμαχήσει με τους επικεφαλής του οίκου του Σαούντ, βρήκαν αμέριστη στήριξη από τη σαουδαραβική δυναστεία. Μετά την ανακάλυψη των παραμυθένιων κοιτασμάτων πετρελαίου τη δεκαετία του ’50 η Σαουδαραβία, παρά τον κοσμικό χαρακτήρα του καθεστώτος της και τη συμμαχική σχέση της με τις ΗΠΑ, αναδείχθηκε στον μεγαλύτερο χρηματοδότη του Ισλάμ μέσα από ένα δίκτυο ισλαμικών τραπεζών που ελέγχει. Διόλου τυχαίο ότι ο Οσάμα μπιν Λάντεν της Αλ Κάιντα, έδρασε επιχειρηματικά στο βασίλειο των Σαούντ.  

Τέλος στο σιιτικό χώρο θα δημιουργηθεί ένας άλλος πυρήνας επαναστατικού ισλάμ το 1958, η Αλ Ντάουα. Πρόκειται για μια πολιτικό θρησκευτική οργάνωση που ιδρύθηκε στη Νάτζαφ του Ιράκ και με την οποία αργότερα θα συνεργαστεί ο Χομεϊνί προωθώντας σε αυτήν ανθρώπους του. Μέχρι σήμερα συγκροτεί ένα διεθνές δίκτυο κέντρων επαναστατικού ισλάμ διατηρώντας παράλληλα τον σχεδόν μυστικό χαρακτήρα της . Αν σε αυτά προσθέσει κανείς την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, που οδήγησε στην επιβολή του πρώτου σιιτικού καθεστώτος ισλαμιστών νομομαθών στο Ιράν, έχει αδρομερώς σχηματίσει το χάρτη των κέντρων του διεθνούς επαναστατικού Ισλάμ και δύναται να κατανοήσει ότι η αλ Κάιντα, ο ΙΣΙΣ καθώς και οι αναρίθμητες μικρότερες τρομοκρατικές ισλαμιστικές οργανώσεις δεν ξεπήδησαν από το πουθενά.

Κοινός παρονομαστής που συνδέει όλες αυτές τις οργανώσεις τόσο μεταξύ του όσο και με τις πρόδρομες εστίες του ριζοσπαστικού ισλάμ είναι η αντίληψη του τζιχάντ ως καθήκοντος των απανταχού μουσουλμάνων για ένοπλη επιβολή της πίστης του Μωάμεθ σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Όπως σημειώνει ο Ι. Μάζης, ο ζωτικός χώρος (Lebnsraum) των ισλαμιστών είναι ολόκληρος ο πλανήτης.


Εντούτοις πρέπει να σημειώσουμε μια θεμελιώδη διαφορά που υφίσταται μεταξύ του σουνιτικού και του του σιιτικού τζιχάντ. Την διευκρινίζει ο Πάνος Κουργιώτης, ειδικός Αραβολόγος: Στο «σουνιτικό Ισλάμ παρατηρούμε μέχρι σήμερα μια εντυπωσιακή πληθώρα ανάληψης πρωτοβουλιών κήρυξης του τζιχάντ από διάφορους φορείς, θεσμικούς κι εξωθεσμικούς, θρησκευτικούς και πολιτικούς … Αντίθετα, στο σιιτικό Ισλάμ, το δικαίωμα κήρυξης του Τζιχάντ μονοπωλείται μέχρι σήμερα από έναν καλά οργανωμένο και ιεραρχημένο κλήρο, ο οποίος διαμορφώθηκε ανά τους αιώνες, προκειμένου να αποτελέσει τον θεματοφύλακα της παράδοσης των ιμάμηδων, κεντρικού πυρήνα της σιιτικής θεολογικής σκέψης.». Κατανοούμε λοιπόν γιατί η πληθωριστική «ιδιωτικοποίηση» του τζιχάντ, που παρατηρούμε στις μέρες μας, προέρχεται κυρίως από σουνιτικές ομάδες και γιατί ακριβώς χρειάζεται μελέτη της σχετικής μουσουλμανικής παράδοσης για να αντιληφθούμε τη λειτουργία του τζιχάντ: Οι σουνίτες είναι μουσουλμάνοι της παράδοσης, της σούνα, σε αντίθεση με τους σιίτες, που έχουν αναπτύξει μια περισσότερο αδιαμεσολάβητη σχέση με το θείο στο πλαίσιο της καθοδήγησης από τους ιμάμηδες.

  
Τι είναι το τζιχάντ;
 
Μια εισαγωγική παρατήρηση είναι εδώ εξόχως επιβοηθητική: Η ισλαμική αντίληψη για τον κόσμο είναι κατά βάση απλή, αν όχι απλουστευτική: Η οικουμένη χωρίζεται σε δύο τμήματα· μια ανεξίτηλη διαχωριστική γραμμή χαράσσεται μεταξύ του μουσουλμανικού κόσμου, ο οποίος αποκαλείται οίκος του Ισλάμ (νταρ αλ Ισλάμ) από τη μια και των απίστων από την άλλη, που θεωρούνται ως οίκος του πολέμου, (νταρ αλ χαρμπ). Στα όρια αυτής της θεμελιακής και αδιαμφισβήτητης διάκρισης εγγράφεται και το αποκαλούμενο τζιχάντ, όρος που θα μπορούσε περιφραστικά να αποδοθεί με την φράση «αγώνας ή προσπαθεια στο δρόμο του Θεού». Πώς αντιλαμβάνεται όμως το τζιχάντ ειδικότερα η ισλαμική παράδοση;  
Συμβουλευόμαστε την Ουμντάτ αλ σαλίκ, που συνέταξε τον 14ο αιώνα ο αλ Μίσρι, δηλ. μια αδιαμφισβήτητου κύρους επίτομη σύνοψη του ισλαμικού δικαίου, που συντάχθηκε σύμφωνα με τη διδασκαλία της σαφιιτικής νομικής σχολής του Ισλάμ. Το κεφάλαιο 9 της συνόψεως με τον τίτλο «δικαιοσύνη», που πραγματεύεται το τζιχάντ, μας ενημερώνει ότι «Τζιχάντ σημαίνει πόλεμο εναντίον των μη – μουσουλμάνων και ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη μουτζαχάντα, η οποία δηλώνει πόλεμο προς εγκαθίδρυση της θρησκείας. Αυτό είναι το μικρό τζιχάντ». Προς κατοχύρωση της πρότασης αυτής προσάγονται στη συνέχεια τρεις κορανικοί στίχοι, ένας από τη 2η, ένας από την 4η και ένας από την 9η σουρα· και τούτο επειδή η αυθεντία του Κορανίου είναι αστασίαστη, η μαρτυρία του δε ως προερχόμενη, υποτίθεται, απ’ ευθείας από τον Αλάχ, προηγείται των γνησίων παραδόσεων για τη διδασκαλία του Προφήτη (χαντίθ). Ακολούθως γίνεται αναφορά σε δύο από τις χαντίθ (παραδόσεις), οι οποίες επιβεβαιώνουν τον ανωτέρω ορισμό του τζιχάντ.

Όπως σημειώνει ο Αμερικανός δημοσιολόγος Γκλεν Μπεκ: «αν κοιτάξει κανείς το ισλαμικό δίκαιο, το τζιχάντ εμφανίζεται ως μία προτροπή για άσκηση πραγματικής βίας. Είναι, επίσης, μια εντολή λεηλασίας της περιουσίας όσων δεν μαρτυρούν ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός εκτός από τον Αλλάχ και ότι ο Μωάμεθ είναι ο Προφήτης του, καθώς επίσης δεν τελούν την προσευχή σύμφωνα με το ισλάμ και δεν καταβάλλουν το ζακάτ – με άλλα λόγια εναντίον όλων εκείνων που αρνούνται να γίνουν μουσουλμάνοι». Η διαπίστωση αυτή, όσο ωμή και ισλαμοφοβική κι αν φαίνεται (για να χρησιμοποιήσω κι εγώ έναν όρο του συρμού της πολιτικής ορθότητας), είναι ορθή με την διευκρίνιση ότι η κορανική διδασκαλία ξεκαθαρίζει ότι ο ιερός πόλεμος έχει ως στόχο αφ’ ενός όσον αφορά τους ειδωλολάτρες τον εξισλαμισμό τους και σε περίπτωση άρνησης την εξολόθρευσή τους (αυτό στην πράξη τηρήθηκε μόνον για τους οπαδούς της αρχαίας αραβικής ειδωλολατρίας) και αφ’ ετέρου όσον αφορά Χριστιανούς και Εβραίους (τους λαούς της Βίβλου – αχλ αλ κιτάμπ) τουλάχιστον την αναγνώριση της ισλαμικής κυριαρχίας και την καταβολή κεφαλικού φόρου.

Η δεύτερη περίπτωση ασφαλώς ξύνει ουλές ενός παλαιού τραύματος στην συλλογική μνήμη των ορθοδόξων Ρωμηών, αφού στα χρόνια της οθωμανοκρατίας όσοι εκ των προγόνων μας αντιστέκονταν, υπό συνθήκες ακραίας ανασφάλειας, πενίας και δουλείας, στον πειρασμό να ασπαστούν την θρησκεία της ημισελήνου, εξαγόραζαν με την καταβολή του κεφαλικού φόρου το δικαίωμα να φέρουν το κεφάλι τους μεταξύ των ώμων τους, δηλ. στη θέση του!


Η αναφορά στα χρόνια της δουλείας υπό μορφή ιστορικής παρένθεσης ασφαλώς και φορτίζει κατά τρόπο βλαπτικό για την αντικειμενική εξέταση της αλήθειας την αναφορά μας. Όμως αν δεν παραμερίσουμε το μύθο της απόλυτα αντικειμενικής έρευνας, που μελετά υπό συνθήκες επιστημονικής αποστείρωσης το παρελθόν, θα απωλέσουμε το τεράστιο ερμηνευτικό κέρδος που κομίζει η βίωση της ιστορικής μνήμης. (Ο Βίτκενσταϊν είχε υποδείξει τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον να σκέφτεσαι θεωρητικά για τον πόνο και στο να τον βλέπεις δίπλα σου).

Η ερμηνεία του τζιχάντ, που εκθέσαμε, επιβεβαιώνεται από ένα πλήθος μαρτυριών έγκυρων θεολόγων, νομικών και λογίων της ισλαμικής ιστορίας, ώστε να μην χρειάζεται εδώ να κατατριβούμε σε κοπιαστικές λεπτομέρειες. Χάριν όμως αντικειμενικότερης παρουσίασης της σχετικής προβληματικής (είναι αναπόφευκτος εδώ ο φόρος τιμής στην αντικειμενικότητα) θα αναφερθώ εν συνεχεία στις κύριες ενστάσεις που εγείρονται από πλευράς της σύγχρονης φιλοϊσλαμικής απολογητικής σε σχέση με την κατανόηση του τζιχάντ ως προεχόντως επιθετικής βίας προς διάδοση του Ισλάμ. Οι ενστάσεις αυτές μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη εξ αυτών εντάσσεται το εγχείρημα να αμβλυνθεί η πραγματικότητα του τζιχάντ μέσα από την προβολή και ερμηνεία κορανικών στίχων που συνηγορούν υπέρ του σεβασμού της ανθρώπινης ζωής και της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως. Στην δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι απόπειρες επανερμηνείας του τζιχάντ κατά τρόπο που αμβλύνει δραστικά, αν δεν εξαλείφει πλήρως, την συνιστώσα της φυσικής βίας που το ορίζει.

Ας δούμε εν συντομία την πρώτη κατηγορία: Ανάμεσα στους κορανικούς στίχους που επικαλούνται οι υποστηρικτές μιας πρωταρχικά ανθρωπιστικής-ειρηνιστικής κατανόησης του ισλάμ, είναι ο 5, 32. Σύμφωνα λοιπόν με την άποψη αυτή, το κοράνι διδάσκει ότι «εάν κάποιος σκοτώσει ένα πρόσωπο, σκοτώνει όλη την ανθρωπότητα, κι αν κάποιος σώσει μια ζωή, σώζει όλη την ανθρωπότητα». Η πραγματικότητα όμως είναι αρκετά διαφορετική (όσο κι αν αυτό ουδόλως ταράσσει την εγελιανή αδιαφορία των «προοδευτικών» απολογητών):

Κατ’ αρχήν η φράση αυτή στο Κοράνι είναι εβραϊκής προέλευσης· έχει δηλ. παραληφθεί από την μιδρασική παράδοση του Ιουδαϊσμού. Εν τούτοις αυτό είναι το έλασσον (άπαξ και ενσωματώθηκε στο κοράνι, αποτελεί τμήμα και της ισλαμικής κληρονομιάς). Το μείζον και καταλυτικό του απολογητικού επιχειρήματος είναι ότι το κορανικό χωρίο προσάγεται κολοβωμένο: Είτε από άγνοια (λιγότερο πιθανό) είτε από σκοπιμότητα (πιθανότερο) παρασιωπάται ολόκληρη η σχετική διατύπωση: Στο κοράνι ρητά αναγράφεται ότι η ανωτέρω φράση δεν ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία αυτός που φονεύεται είναι ο ίδιος φονιάς ή διασπείρει το κακό στη χώρα! Το ερώτημα είναι λοιπόν πώς ερμηνεύεται εδώ η φράση αυτή; Σύμφωνα λοιπόν με τις δύο αυθεντικότερες συλλογές ερμηνειών του Κορανίου (tafsir), την ερμηνεία του ιμπν Καθίρ και αυτήν του ιμπν Αμπάς, ως «κακό» εδώ θεωρείται η ανυπακοή προς τον Αλάχ και η ειδωλολατρία: Τούτο πολύ πιο ξεκάθαρα σημαίνει, όπως σημειώνει ο Πίτερ Τάουνσεντ, ότι «κακό» στην συνάφειά μας σημαίνει την απιστία, δηλ. την μη αποδοχή του ισλάμ. Διόλου τυχαία λοιπόν μουσουλμάνοι θεολόγοι και νομομαθείς ερμηνεύουν τον υπό συζήτηση κορανικό στίχο ως απαγορεύοντα μόνον τον φόνο μουσουλμάνου: Μόνον η ζωή μουσουλμάνου είναι ιερή· οι «άπιστοι» μάλλον ματαιοπονούν αν αναμένουν προστασία από τον στίχο αυτό, και οι σύγχρονοι απολογητές του Ισλάμ μάλλον σπεκουλάρουν πάνω στην άγνοια των πλαδαρών από την καταναλωτική ευμάρεια δυτικών ακροατηρίων.

Δίχως υπερβολή, ο μέσος πολίτης στην Ευρώπη αλλά και την Ελλάδα σήμερα  διατρέχει τον κίνδυνο ηθικού και διανοητικού ευνουχισμού από την ψευδοπροοδευτική προπαγάνδα της νέας θρησκείας της Δύσης, αυτή της πολιτικής ορθότητας και του δίδυμου αδελφού της, της υποκουλτούρας του πολιτισμικού σχετικισμού, σύμφωνα με την οποία όλες οι δοξασίες, οι απόψεις και οι στάσεις ζωής, ακόμα και οι πλέον αλλόκοτες, έχουν την ίδια αξία με τις παραδεδομένες και πολλαπλώς δοκιμασμένες πολιτισμικές παραδόσεις αιώνων. Τα πάντα αλέθονται στο μεγάλο melting pot της πολιτισμικού οικουμενισμού (προσοχή, όχι οικουμενικότητας) για να προσφερθούν στον καθένα ως μόδα, πρόοδος, ανεκτικότητα, πολυπολιτισμικότητα, συμβιωτική κουλτούρα και άλλα συναφή. Όλες οι δοξασίες αποθεώνονται, όλες οι αιρέσεις νομιμοποιούνται, εκτός από μια: αυτή που αμφισβητεί την νομιμοποιητική βάση του σχετικισμού. Ο πολιτισμικός σχετικισμός είναι σε ένα πράγμα απόλυτος: στην απόρριψη της απολυτότητας.   Λησμονείται εν προκειμένω ότι οι κοινωνίες, όμοια όπως και οι οργανισμοί, χρειάζονται σπονδυλική στήλη για να σταθούν· εάν την χάσουν μεταπίπτουν από την κατηγορία των σπονδυλωτών σε αυτή των ασπόνδυλων μαλακίων…

Ερχόμαστε τώρα στη δεύτερη κατηγορία επιχειρημάτων άμβλυνσης του βίαιου χαρακτήρα του τζιχάντ. Αρκετοί απολογητές του τζιχάντ προβάλλουν συνήθως μια ιστορία η οποία παραδίδεται  σε ένα βιβλίο με τίτλο Ιστορία της Βαγδάτης του Γιαχίγια ιμπν αλ Άλα. Σύμφωνα με αυτή ο Προφήτης διέκρινε μεταξύ μικρού και μεγάλου τζιχάντ: Το μικρό τζιχάντ είναι ο βίαιος αγώνας για την υπόθεση του Αλλάχ, ενώ το μεγάλο τζιχάντ αποτελεί τον εσωτερικό αγώνα και την πάλη του πιστού εναντίον του ίδιου του εαυτού για την καταπολέμηση του παθών. Όμως το πρόβλημα είναι ότι η εν λόγω παράδοση (χαντίθ) εμφανίζεται μόλις τον 12ο αιώνα, η δε αυθεντικότητά της αμφισβητείται, δηλ. ελέγχεται η γνησιότητα της αλυσίδας μετάδοσής της. Συνεπεία τούτου κλασικοί λόγιοι του Ισλάμ την απορρίπτουν ως χαλκευμένη. Το σπουδαιότερο: κι αν ακόμα θεωρηθεί γνήσια, η διάκριση που εισάγει και η έννοια του τζιχάντ ως πρωτίστως εσωτερικού αγώνα κατά των παθών έρχεται σε ευθεία αντίθεση με άλλες, βεβαιωμένα γνήσιες, παραδόσεις (χαντίθ) αλλά και κορανικούς στίχους, όπως οι 4, 95-96.

 Ένα άλλο απολογητικό επιχείρημα εστιάζει την προσοχή μας στον κατ’ εξοχήν αμυντικό χαρακτήρα του ιερού ενόπλου αγώνα για την υπόθεση του Αλάχ. Αυτή ήταν η άποψη, μεταξύ άλλων, μεταρρυθμιστών λογίων μουσουλμάνων, όπως του προμνησθέντος Μοχάμεντ Άμπτουχ ή του σύγχρονου ισλαμολόγου Ολιβιέ Καρρέ. Όμως η διαχωριστική γραμμή μεταξύ άμυνας και επίθεσης στην ισλαμική ιστορία και παράδοση είναι εξαιρετικά ρευστή. Για να αντιληφθούμε πόσο ασαφής είναι η έννοια της άμυνας, όπως αυτή κατανοείται από τους σύγχρονους μουσουλμάνους λογίους αρκεί να αναφέρουμε αφ’ ενός την περίπτωση του σιιτικού θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης επί Χομεϊνί με όλες τις παραστρατιωτικές μορφές του, και αφ’ ετέρου την σχετική απόφανση για το τζιχάντ του Γιουσούφ αλ Καραντάουι.

Ο Καραντάουι υπήρξε διαπρύσιος εγκωμιαστής του Χίτλερ και μέλος της θεωρούμενης από τους Αμερικανούς μετριοπαθούς Μουσουλμανικής Αδελφότητας· επιπλέον είναι σούπερ σταρ ενός τοκ σόου με τίτλο Σαρία και ζωή που μεταδίδεται από το αλ Τζαζίρα και εκτιμάται ότι παρακολουθούν άνω τον 60000000 μουσουλμάνων. Το 2011 λοιπόν ο Καραντάουι περιέγραψε τις προδιαγραφές του ορθόδοξου τζιχάντ· σε αυτές συμπεριέλαβε τη διασφάλιση της ελευθερίας διάδοσης του ισλαμικού μηνύματος και τον παραμερισμό των φυσικών εμποδίων που δεν επιτρέπουν στο κάλεσμα του Ισλάμ να φτάσει στις πλατιές μάζες. Αυτός ήταν ο λόγος για τις κατακτήσεις των πρώτων χαλιφών και συντρόφων του Μωάμεθ», πρόσθεσε. Είναι προφανές: Όταν κάποιοι ισλαμιστές νομομαθείς μιλούν για το τζιχάντ ως «άμυνα», κυριολεκτούν τόσο όσο και οι Σοβιετικοί όταν μιλούσαν για δημοκρατία ή οι Αμερικανοί για ανθρώπινα δικαιώματα στο Γκουντάναμο…

Ο πλανητάρχης σε ρόλο καθηγητή... της κακιάς ώρας
Μια αγοραία, τέλος, μορφή θετικού επιχειρήματος συνίσταται στην προσπάθεια δικαιολόγησης των βιαιοτήτων του ριζοσπαστικού Ισλάμ μέσω της επίκλησης των φοβερών όντως εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στο όνομα του Χριστού από την Ιερά Εξέταση και τις Σταυροφορίες. Το άλμα σε μια παρελθούσα ιστορική περίοδο από την οποία μας χωρίζουν πια αρκετοί αιώνες για να αντιρροπήσει κανείς τη φρίκη που προκαλεί η δολοφονική παράνοια των σαλαφιτών στις αρχές του 21ου αιώνα και έτσι να απομειώσει την απαξία της, ασφαλώς και δεν αντέχει σε λογική κριτική. Το επιχείρημα, ούτως ή άλλως, δεν αποσκοπεί στη λογική αλλά τη φτηνή συναισθηματική φόρτιση. Μολονότι το χρησιμοποίησε ακόμα και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπάρακ Χουσέϊν Ομπάμα, δεν θα το θεωρούσα άξιο της παραμικρής προσοχής, αν δεν ένιωθα πόσο ευόλισθοι είναι οι συμπατριώτες μας σε τέτοιου είδους ιστορικοφανή φληναφήματα, τα οποία σε τελική ανάλυση δεν αποκαλύπτουν μόνον προβληματική διανοητική συγκρότηση·  προδίδουν επιπλέον έλλειμμα ηθικής: Με ποια λογική δηλαδή οι ανείκαστες ωμότητες που όντως διέπραξαν οι δυτικοί Χριστιανοί, π.χ., οι στρατιώτες της α΄ Σταυροφορίας στα τέλη του 11ου αιώνα στη Μααράτ (μια πόλη κοντά στην Αντιόχεια), δικαιολογεί ή έστω καθιστά λιγότερο ανυπόφορη τη δολοφονία χιλιάδων αθώων αμάχων στην Νέα Υόρκη, τη Μαδρίτη, το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Νιγηρία, τη Μέση Ανατολή την Β. Αφρική ή όπου αλλού από λειψεγκέφαλους μελανοχίτωνες γενειοφόρους στις απαρχές του 21ου αιώνα;

Εν τοιαύτη περιπτώσει εμείς οι Έλληνες δεν θα έπρεπε να ασχολούμαστε με τίποτε άλλο, παρά με την συστηματική αντεκδίκηση των απογόνων όλων όσων τραυμάτισαν το ιστορικό σώμα του λαού μας στην μακρά ιστορία του: Φανταστείτε έναν κατάλογο που θα ξεκινούσε από τους Πέρσες του Δαρείου και δεν θα σταματούσε ούτε στους Αιγυπτίους του Ιμπραήμ, ούτε στους ναζί, αλλά μόλις στον Αττίλα του ’74. Ας σοβαρευτούμε όμως: Η λογική του «έτσι κάνουν όλοι» μπορεί να αποτελεί ένα ευφυές εύρημα για μια σπαρταριστή όπερα μπούφα, όπως η γνωστή  όπερα «Έτσι κάνουν όλες»  του Β. Α. Μότσαρτ, ως επιχείρημα όμως σε μια συζήτηση ζωτικής σπουδαιότητας για το παρόν και το μέλλον του πολιτισμού μας πιστοποιεί ευήθεια!

Πριν από λίγες μέρες απαντώντας στις αιτιάσεις του νεοεκλεγέντος αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην Βουλή για τους διορισμούς συγγενών ως μετακλητών υπαλλήλων ο Πρωθυπουργός ισχυρίστηκε ότι έτσι έκαναν και οι προηγούμενοι. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με νεοελληνική όπερα μπούφα· στην περίπτωση όμως της διεθνούς σαλαφιτικής τρομοκρατίας, τα πράγματα έχουν πάρει ήδη την μορφή τραγωδίας και απειλούν να εξελιχθούν σε παγκόσμιο εφιάλτη. Η επίκληση των Σταυροφοριών δεν μπορεί να ξορκίσει τον εφιάλτη αυτό, ούτε αποτελεί τον καλύτερο οδηγό για να συνειδητοποιήσουμε πολίτες και ηγεσίες την ανάγκη συστηματικής και πολυεπίπεδης προετοιμασίας για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Εξάλλου η δραστικότητα του επιχειρήματος στρέφεται εναντίον εκείνου που το χρησιμοποιεί: Είναι τόσο καταστροφικό για τον Τσίπρα, όσο και για τους απολογητές του Ισλάμ, με πρώτο τον αμερικανό Πρόεδρο: Όσοι το χρησιμοποιούν αναγνωρίζουν απλώς τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων που υπερασπίζονται με το να τις εξισώνουν με παρελθούσες αμαρτίες άλλων: Το κακό προηγούμενο των παρελθουσών ελληνικών κυβερνήσεων αποτελεί το σημείο εξομοιωτικής αναφοράς για τη σημερινή· ομοίως, τα εγκλήματα του υπαρκτού Χριστιανισμού της Δύσης στο παρελθόν δεν αμβλύνουν αλλά επιβεβαιώνουν τον φρικώδη χαρακτήρα του σύγχρονου τζιχαντισμού.


Αλλά γιατί εμείς οι Έλληνες, αλλά και ευρύτερα οι απανταχού της γης πιστοί της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας να μην υπενθυμίσουμε εδώ ότι τα εγκλήματα που βαρύνουν την ιστορία της δυτικής Χριστιανοσύνης, όπως βεβαίως και αυτή του ισλάμ, είναι άγνωστα στην πολυμαρτυρική και πολυώδυνη ιστορία της Εκκλησίας μας, η οποία αποτελεί την ιστορική και χαρισματική συνέχεια της Εκκλησίας των Πατέρων, των Μαρτύρων, των Αποστόλων και εν τέλει του Χριστού; Στην παράδοσή μας είναι άγνωστα υπό οποιαδήποτε μορφή, η ιερά εξέταση, η ιεροπολεμική βία εναντίον απίστων, ο στραγγαλισμός συνειδήσεων, οι κατακτητικοί πόλεμοι με θρησκευτικό πρόσημο, η μετατροπή του εκκλησιαστικού γεγονότος σε κρατικό οργανισμό εγκοσμιοκρατικών συμφερόντων, όπως έγινε με το Βατικανό, κατ’ απομίμηση, ίσως, του ισλαμικού χαλιφάτου.

 συνεχίζεται...

2 σχόλια:

  1. Θα ήταν επωφελές να γίνει και στα Ιωαννινα αντίστοιχη διάλεξη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συμφωνώ. Δεν είναι όμως τόσο εύκολο, επειδή το θέμα, όπως θα αντιλαμβάνεσθε, εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου αυτής της άτυπης λογοκρισίας που επιδιώκει το στρογγύλεμα των... γωνιών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή