Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Ελληνορουμανικής φιλίας συνέχεια


Δύο ρουμανικά ποιήματα μεταφρασμένα στην Ελληνική από τον Ηλία Στάνου


Ο άγιος Καλλίνικος της Τσερνίκα.
Φοίτησε σε ελληνορουμανική Σχολή
Μια ανάρτηση ξεχωριστή σήμερα μας ταξιδεύει εκ νέου στη Ρουμανία. Αιτία ο εκπληκτικός νεαρός θεολόγος αλλά και τελειόφοιτος του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου Ηλίας Στάνου (Ilia Stanu). Ο πολλά υποσχόμενος αυτός νέος Ρουμάνος ελληνιστής μου έστειλε και αναρτώ δύο ρουμανικά ποιήματα μεταφρασμένα από τον ίδιο στη γλώσσα μας.

Το πρώτο επιγράφεται "Η ψυχή του χωριού" και υπογράφεται από έναν τρανσιλβανό ποιητή, τον Λούσιαν Μπλάγκα (Lucian Blaga), που έζησε από το 1895 έως το 1961. 
Να σημειώσω εν συντομία ότι ο Μπλάγκα, γιος ορθόδοξου ιερέα,   υπήρξε μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της ρουμανικής κουλτούρας του μεσοπολέμου: Θεολόγος, φιλόσοφος, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, εκδότης και διπλωμάτης, γνώρισε, λόγω του πνευματικού αποτυπώματος του έργου του, την εχθρότητα του κομμουνιστικού καθεστώτος, το οποίο και απαγόρευσε την κυκλοφορία των ποιημάτων του μέχρι το 1962. 
Το δεύτερο ποίημα έχει ως μυστικό κέντρο του την φιλοκαλική μορφή του Γέροντα Αιμιλιανού Σιμονοπετρίτη και γράφτηκε από μια ποιήτρια που βρίσκεται ακόμα εν ζωή, την Λιλιάνα Μαρία Ούρσου (Liliana Maria Ursu).

Ας τα απολαύσουμε μεταφρασμένα στην Ελληνική από το enfant terrible Ηλία Στάνου.


Λούσιαν Μπλάγκα
Η ψυχή του χωριού

Παιδούλα, βάλε τα χέρια σου στα γόνατά μου.
Εγώ νομίζω ότι η αιωνιότητα γεννήθηκε στο χωριό.
Εδώ κάθε σκέψη είναι πιο αργή,
και η καρδιά σου σκιρτάει πιο αραιή,
σαν να μην πάλλεται στο στήθος σου,
αλλά βαθιά στη γη κάπου.
Εδώ θεραπεύεται η δίψα για σωτηρία
κι αν μάτωσες τα πόδια σου
σ’ ένα κατώγι χώματος κάθεσαι.

Κοίτα, είναι εσπέρα.
Η ψυχή του χωριού κυματίζει δίπλα μας,
σαν δειλή οσμή κομμένου χορταριού,
σαν πέσιμο καπνού απ’ τα αχερένια γείσα,
σαν κατσικάκια που παίζουν πάνω σ’ υψηλούς τάφους.

                               Λούσιαν Μπλάγκα (1922)



Λιλιάνα Μαρία Ούρσου
PANIS ANGELICUS
Ας με εγείρει Αυτός
πέρα
από τα έτη χορτασμένα με μικρά γεγονότα
σαν ο ημιαυτόματος των τριμμένων κερμάτων
τα όνειρα, τα καημένα κουπιά των θνητών

επιτέλους, είναι  καιρός να κοιτάξω κι εγώ
έναν αληθινό ωκεανό,
να κατέβω στα κοραλλένια δάση
τα αποθέματα οξυγόνου να μου αρπάξουν έναν λόγο πόθου

να αγγιχτούμε άλλη μια φορά μέσα στα μεγάλα βιβάρια
της μνήμης
όπως σε μια βουβή ταινία του ‘30.

Και όμως αυτές οι φτωχές ευτυχίες
όχι, δε μου φτάνουν πια

το μηχανικό παιχνίδι δεν το αναγνωρίζω πια,
ένα ελατήριο μου ξέφυγε ανάμεσα στα δάχτυλα
και η πρώτη χορεύτρια δεν κάνει πια πιρουέτες
γύρω από το όμορφο αγόρι
και ο ιππέας δεν ξεπεζεύει πια,
πιασμένοι στην ανηφόρα
στο μονοπάτι το στενό

και μια μυστική φωνή
αντηχεί στις καρδιές˙
Ο Γέρων Αιμιλιανός
«Πρόσεξε, μην κοιτάζεις προς τα κάτω
να μη σε εισφέρει εις πειρασμό κάποιο εγκόσμιο πράγμα!
Προς τα άνω να’ναι η καρδιά σου και ο νους σου αετός,
να μπορέσει να διασχίσει τους αιθέρες και τους ουρανούς!
Γίνε αετός»
αυτός είναι ο άρτος των αγγέλων, την πτήση,
μας ψιθυρίζει ο ταπεινός μοναχός ο Αιμιλιανός
από το Άγιον Όρος.
                         Λιλιάνα Μαρία Ούρσου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου