Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

Νοερά αυτενεργούσα προσευχή και εκκλησιαστική ζωή


     Θεού θέλοντος δημοσιεύεται αμέσως μετά το φετινό Πάσχα από τις Εκδόσεις Ηρόδοτος – Μυρμιδόνες (Αθήνα) το νέο μου βιβλίο με τίτλο: Ζητήματα Εκκλησιολογίας. Πρόκειται για διδακτικό εγχειρίδιο, το οποίο θα διανέμεται μέσω του Ευδόξου στους φοιτητές μου για να τους συνοδεύσει ως κύριο (αλλά όχι αποκλειστικό!) βοήθημά στη μελέτη της Εκκλησιολογίας (Δογματική ΙΙ) και βέβαια στην προετοιμασία για τις εξετάσεις του μαθήματος.
     Εν είδει προδημοσίευσης αναρτώ εδώ ένα απόσπασμα σχετικό με τη νοερά αυτενεργούσα προσευχή, και την αναφαίρετη σπουδαιότητά της για την κατανόηση της ορθόδοξης δογματικής διδασκαλίας αλλά και ολόκληρης της εκκλησιαστικής ζωής. 

     Σημείωση: Έχουν αφαιρεθεί οι υποσημειώσεις.




Γεώργιος Δ. Παναγόπουλος, Ζητήματα Εκκλησιολογίας. Ερμηνευτική προσέγγιση πτυχών του μυστηρίου της Εκκλησίας με βάση την Ορθόδοξη Πατερική Παράδοση, Μυρμιδόνες 2015, σσ. 57-59.

  Εκκλησιοποίηση πέρα και άσχετα από τη χαρίτωση και ανάσταση του «κρυπτοῦ τῆς καρδίας ἀνθρώπου» (Α´ Πέτρου 3, 4) δεν νοείται. Ο «καρπὸς τοῦ ἔσω ἀνθρώπου» (Ισαάκ Σύρος) ξεκινά με τα δάκρυα της μετανοίας, ωριμάζει με την αδιάλειπτη μνήμη του Θεού εν Πνεύματι, και τελειούται κατά πρόληψη της ατελεύτητης τελείωσης των Εσχάτων διά της θεουργικής δωρεάς, όταν μετά την απόπαυση όχι μόνο κάθε αισθητηριακής και λογικής δύναμης αλλά και των νοερών δυνάμεων η ψυχή «θεοειδὴς γενομένη δι ἑνώσεως ἀγνώστου ταῖς τοῦ ἀπροσίτου φωτὸς ἀκτίσι ἐπιβάλλῃ ταῖς ἀνομμάτοις ἐπιβολαῖς», για να χρησιμοποιήσω τη θαυμάσια έκφραση των Αρεοπαγιτικών. Τόσο η βιβλική όσο και η εκκλησιαστική ιστορία είναι ακατανόητη δίχως τη γνώση της «εργασίας» του έσω ανθρώπου.
   Τα ως άνω πατερικά χωρία, όπως και σωρεία άλλων, που φυσικώ τω τρόπω δεν μπορούν να παρατεθούν εδώ, μαρτυρούν ότι τα μνημεία της εκκλησιαστικής Παραδόσεώς μας δημιουργήθηκαν από χαριτωμένους ανθρώπους, που είχαν τουλάχιστον το χάρισμα της αδιάλειπτης νοεράς προσευχής. Πέρα από το χαρισματικό αυτό υπόβαθρο όχι μόνο η ερμηνεία αλλά και η βίωση της Γραφής και των δογμάτων εν Εκκλησία είναι αδύνατη. Δίνω ένα παράδειγμα: Ολόκληρη η δαβιδική «ψαλμωδία» είναι καρπός της νοεράς ενώσεως του προφητάνακτα Δαβίδ με το Πνεύμα του Θεού. Ο Γρηγόριος Νύσσης προδήλως την ερμηνεύει εδώ με όρους αδιάλειπτης πνευματοκινούμενης προσευχής, εφόσον μιλά για «ἔσωθεν» διδασκαλία της καρδιάς «κατὰ τὸ ἀπόρρητον... παρὰ τοῦ Πνεύματος ἐγγινομένη», καρπός της οποίας υπήρξε η «ἔξωθεν ἐξαγόρευσις», δηλ. οι θείοι δαβιδικοί ψαλμοί. Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις η έσωθεν διδασκαλία του Πνεύματος λάμβανε χώρα την ίδια στιγμή με την ωδή του Προφήτη «ὡς μήτε τὴν ὠδὴν διαλιπεῖν μήτε ἐμποδισθῆναι τὴν διδασκαλίαν τῷ φθόγγῳ», όπως ακριβώς συμβαίνει, σύμφωνα με τη διδασκαλία των ιερών Νηπτικών, στους αγίους, οι οποίοι δύνανται να διαλέγονται, να εργάζονται, ή ακόμη και να κοιμούνται την ίδια στιγμή που νοερώς ψάλλουν στον Θεό.

Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής

 Να προσθέσω ακόμη ότι η δημόσια ευχαριστιακή λατρεία της Εκκλησίας βρίσκει το σύστοιχό της στην εσωτερική εν Πνεύματι λατρεία των αληθινών μελών του Χριστού. Όπως υπογραμμίζει ο Μπ. Μπομπρίνσκοϋ ένας θεολόγος που ήκιστα μπορεί να συγκαταριθμηθεί μεταξύ των φανατικών οπαδών της παραδοσιακής φιλοκαλικής ευσέβειας η πνευματοκίνητη αδιάλειπτη προσευχή της καθαρής καρδιάς είναι η εσωτερική θεία λειτουργία η οποία τροφοδοτείται από, αλλά και εκβάλλει στη δημόσια τελουμένη Ευχαριστία της Εκκλησίας.
 
Ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος προβάλλει έκτυπα τον αρμονικό σύνδεσμο που πρέπει να υφίσταται μεταξύ της λογικής (δημόσιας) και νοεράς (εσωτερικής στην καρδιά) λατρείας: «Και οἱ δύο αὐτές λατρεῖες, λογική καί νοερά, μποροῦν νά γίνωνται μέσα στόν ἴδιο χῶρο, τον Ἱερό Ναό, πού εἶναι ὁ χώρος τῆς συναντήσεως τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, μέ την ὅλη την Ἐκκλησία, ἀλλά μπορεῖ νά γίνονται καί ἔξω ἀπὸ τό Ἱερό Ναό. Ξεκινά κανείς ἀπό τόν Ἱερό Ναό καί στή συνέχεια αἰσθάνεται ὅλη τήν κτίση ὡς ναό τοῦ Θεοῦ, ὁπότε λύονται ὅλα τά κοινωνικά καί οἰκολογικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου. Καί μέ τόν τρόπο αὐτό τῆς ζωῆς του ὁ Χριστιανός μπορεῖ νά εἰσέλεθη στήν αἰώνια λατρεία, ὅπως τήν περιγράφει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης στήν Ἀποκάλυψή του». Μόνο στη βάση αυτή μπορεί να γίνει ορθοδόξως λόγος και περί ιεραποστολής και περί οικολογίας. Το άνοιγμα προς τον κόσμο προϋποθέτει και εκφράζει το άνθισμα του «έσω κόσμου» μας· προϋποθέτει όντως την εκκλησιαστική κοινότητα ως την εσχατολογική σύναξη των αληθινών προσκυνητών του Πατρός, των «ἐν Πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» αυξανόντων «εἰς ναὸν ἅγιον Κυρίου».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου