Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Από τη Σιμωνίδα στην Αλεξάνδρα

Πραγματοποιήθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία την περασμένη Τετάρτη, 22/4/2015,  η εκδήλωση του πνευματικού κέντρου του δήμου Ιωαννιτών και του Συνδέσμου ελληνοσερβικής φιλίας, στην αίδουσα "Δ. Χατζής" του πνευματικού κέντρου,  με θέμα: Ελλάς - Σερβία: Παρελθόν - παρόν - προοπτικές.
Λεπτομέρεια από το καθολικό της
Μονής Γρατσάνιτσας (αρχές 14ου αιώνα)


Αφού εκφράσω τις ειλικρινείς ευχαριστίες μου σε συναδέλφους και φοιτητές μου από την ΑΕΑ Βελλάς Ιωαννίνων, που τίμησαν με την παρουσία τους και εμένα προσωπικώς και την εκδήλωση, προβαίνω σε ανάρτηση της δικής μου εισήγησης.  

Από τη Σιμωνίδα στην Αλεξάνδρα: Ελλάδα – Σερβία: Βίοι παράλληλοι
Γεώργιος Δ. Παναγόπουλος
Δύο δυναστικοί γάμοι, ο ένας συμφέροντος, ο άλλος σφοδρού έρωτα, πλαισιώνουν συμβολικά την σημερινή, αναγκαστικά σύντομη επισκόπηση των ελληνοσερβικών σχέσεων από το Μεσαίωνα μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ο πρώτος γάμος λαμβάνει χώρα στα τέλη του 13ου αιώνα: Ο ισχυρός βασιλιάς των Σέρβων Μιλούτιν δέχεται να νυμφευθεί την μόλις πέντε ετών βυζαντινή πριγκιποπούλα Σιμωνίδα, την οποία ο πατέρας, της Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος, έστειλε στη Σερβία σε ένα απελπισμένο διάβημα εξεύρεσης γεωστρατηγικών ερεισμάτων για την καταρρέουσα βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο άλλος τελέσθηκε μεσούντος του 2ου ΠΠ στο Λονδίνο μεταξύ του βασιλιά της Πέτρου Καραγεώργεβιτς και της πριγκίπισας της Ελλάδος Αλεξάνδρας, η οποία έμελε να είναι η τελευταία βασίλισσα της Σερβίας. Εντός αυτών  των καθαρά συμβολικών οροσήμων εκδιπλώνω την ανάλυσή μου θέτοντας παράλληλα το ερώτημα που θα μπορούσε να στεγάσει και ως καθοδηγητικό μοτίβο ό, τι ακολουθεί: Ελλάδα και Σερβία: Γάμος συμφέροντος ή αιώνια συμφέροντα;
          Λόγω του στενού χρονικού πλαισίου προβαίνω αναγκαστικά σε σύντομες ρίψεις φωτεινών δεσμών σε όψεις ενός πολύπτυχου καμβά, στον οποίο πολλά αναπόφευκτα θα σκιαστούν το περίγραμμα όμως, όπως ελπίζω, θα διαφανεί, επιτρέποντάς μας ένα γόνιμο αναστοχασμό πάνω στο φαινόμενο των παράλληλων βίων δύο εθνών τόσο ξένων αλλά και τόσο οικείων μεταξύ τους.
Μέσοι χρόνοι: Το ιστορικό λίκνο των Σέρβων– οι πολιτικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές θεσμίσεις.
Τα ιστορικώς αξιόπιστα τεκμήρια για την πρώτη εμφάνιση των Σέρβων στο ιστορικό προσκήνιο περί τις αρχές του 7ου αιώνα περιορίζονται σε μια σύντομη και αρκετά συγκεχυμένη πληροφορία που μας παρέχει ο βυζαντινός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος. Ο εκχριστιανισμός του σλαβικού αυτού φύλου θα πρέπει να έλαβε χώρα την ίδια περίοδο με αυτή των Βουλγάρων, δηλαδή περί τα τέλη του 9ου αιώνα. Με τον τρόπο αυτό οι Σέρβοι εντάσσονται οργανικά στο αξιακό σύστημα της ελληνορωμαϊκής οικουμένης στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο Ελληνορωμαίος αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως. Ας μη διαφεύγει της προσοχής μας ότι μέχρι την πρώτη άλωση της Βασιλεύουσας από τους Σταυροφόρους το 1204, η Σερβία αποτελούσε είτε τμήμα της επαρχιακής διοίκησης της ελληνορωμαϊκής αυτοκρατορίας, είτε μια σκιώδη κρατική οντότητα, που στηριζόταν πρωταρχικά στους Έλληνες προκειμένου να προστατευθεί από τους παραδοσιακούς εχθρούς της, τους γείτονες και εν μέρει μόνον φυλετικά συγγενείς Βουλγάρους.
Η αποκρυστάλλωση της κρατικής οντότητας των Σέρβων οφείλεται στον Στέφανο Νεμάνια, μείζων ιστορική φυσιογνωμία του λαού αυτού και ιδρυτή της βασιλικής δυναστείας των Νεμανιδών. Στον γιο και διάδοχό του Στέφανου Νεμάνια, Στέφανο τον Πρωτόστεπτο (1196-1228) πιστώνεται η τιμή της δημιουργίας ενός αυτοδύναμου βασιλείου και ο προβιβασμός, με τις ευλογίες του Οικ. Πατριαρχείου, της σερβικής Εκκλησίας σε αυτοκέφαλη αρχιεπισκοπή.
         Ας μην λησμονούμε επίσης ότι στον πατέρα, Στέφανο Νεμάνια το σερβικό έθνος χρωστά την ίδρυση δύο εκ των ιεροτέρων προπυργίων της σερβικής ορθοδοξίας, τη Μονή της Στουντένιτσα, αλλά και την σερβική Μονή του Αγίου Όρους, το Χιλανδάρι, στο οποίο εγκαταβίωσε και ο ίδιος ο Νεμάνια και ο γιος του, άγιος Σάββας, πριν ανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της πατρίδας του.        
 

Καθοριστικό ρόλο εν προκειμένω έπαιξε ο αδελφός του Στέφανου Πρωτόστεπτου, Ράστκο Νέμανιτς, ο οποίος έμελε να μείνει γνωστός στην ιστορία ως Σάββας και να αποτελέσει τον «εθνικό» άγιο του σερβικού λαού. Ο άγιος Σάββας υπήρξε γνήσιο τέκνο του ορθόδοξου αγιορειτικού μοναχισμού (εξ ου και η ονομασία του Βατοπεδινός), ίδρυσε μαζί με τον πατέρα του το σερβικό μοναστήρι του Αγίου Όρους, το Χιλανδάρι, χρημάτισε πρώτος αρχιεπίσκοπος της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Σερβίας, αλλά και ουσιαστικός  θεμελιωτής της σερβικής γραμματείας σύμφωνα με τα βυζαντινά πρότυπα. Μαζί με τον αδελφό του Στέφανο τον Πρωτόστεπτο και τον πατέρα τους Στέφανο Νεμάνια περιβλήθηκαν στη συνείδηση του σερβικού λαού με την άλω της ιερότητας που τους προσέδωσε η αφοσίωση με την οποία επιδόθηκαν στην προαγωγή της εθνικής ιδιαιτερότητας αλλά και της ορθόδοξης ευσέβειας του λαού τους.
           Αν τώρα δίπλα στους πρώτους Νεμανίδες προσθέσουμε τον Στέφανο Ούρεση Δ΄ τον επονομαζόμενο Δουσάν, συμπληρώνεται η τετρακτύς των ιδρυτικών μορφών του μεσαιωνικού σερβικού κράτους, η οποία έμελε να αποτελέσει μέχρι τις ημέρες μας τον μυθικό άξονα συγκρότησης του σερβικού πατριωτισμού, αλλά και κάποιες φορές του εθνικισμού. Ο Στέφανος Δουσάν θα μετατρέψει ένα μικρό βασίλειο σε παμβαλακανική αυτοκρατορία στα όρια της οποίας θα ενσωματωθούν και ελληνικά εδάφη μέχρι και τον κορινθιακό κόλπο. Μολονότι η ακραία φιλοδοξία του τον ωθούσε προς την κατάκτηση της Κωνταντινούπολης προκειμένου να προσδώσει στον αυτοκρατορικό του τίτλο αστασίαστη νομιμότητα,  ο Δουσάν δεν έπαυσε ποτέ να σέβεται τον αυτοκράτορα του Βοσπόρου. Μπορεί επίσης να ήλθε σε ρήξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο προβιβάζοντας πραξικοπηματικά την Εκκλησία της Σερβίας σε Πατριαρχείο, όμως ο προσανατολισμός του παρέμεινε βυζαντινός. Σε επιστολή του προς μοναχούς του Αγιωνύμου Όρους τον καιρό της ακμής του τους καλεί να μνημονεύουν το όνομά του στις ιερές ακολουθίες μόνον μετά από αυτό του βυζαντινού αυτοκράτορα. Επιπλέον συμπεριφέρθηκε συνειδητά ως ηγέτης μιας ελληνοσερβικής αυτοκρατορίας, όπως με σαφήνεια αποδεικνύουν μια σειρά δεδομένων: Έγραφε και εξέδιδε τα διατάγματά του στα Ελληνικά, υιοθέτησε έναν νομοθετικό κώδικα βαθιά επηρεασμένο από το Βυζάντιο, ενσωμάτωσε στην κρατική ιεραρχία της αυτοκρατορίας του Έλληνες αξιωματούχους, ενώ ανέλαβε προσωπικά ο ίδιος τη διοίκηση των ελληνικών εδαφών της αφήνοντας το βόρειο σερβικό τμήμα της στη διοίκηση του γιου του.
         Όμως ο Δουσάν απέδειξε ότι στην διαδικασία πρόσληψης του βυζαντινού ιδεολογικού και πολιτισμικού προτύπου οι Σέρβοι δεν ήταν απλώς παθητικοί δέκτες, αλλά και δημιουργικοί συνεχιστές: Στο νομοθετικό κώδικά του περιέλαβε διατάξεις που προέβλεπαν όχι μόνον τα προνόμια αλλά και υποχρεώσεις για τον Σέρβο αυτοκράτορα. Θα λέγαμε μαζί με τον Γάλλο βυζαντινολόγο Αλ. Ντυσελιέ, ότι με τον τρόπο αυτό γινόταν πρόδρομος μιας πρώιμης «συνταγματικής μοναρχίας», πολύ πριν τις σχετικές νεωτερικές εισηγήσεις.  
Ο μεσαιωνικός σερβικός πολιτισμός έχει να επιδείξει όμως και μια άλλη πρωτιά: Υπήρξε ο πρώτος σλαβικός λαός των Βαλκανίων που ανέδειξε γυναίκες ως λογοτεχνικούς δημιουργούς. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουμε την συγκλονιστική φυσιογνωμία της Μιλίτσα Χρμπελιάνοβιτς, τραγικής συζύγου του ηγεμόνα Λαζάρ, ο οποίος άφησε την τελαυταία του πνοή πολεμώντας για την σερβική ελευθερία εναντίον των Οθωμανών στην περίφημη μάχη του Κοσυφοπεδίου το 1389. Η μορφή της Μιλίτσα απαθανατίζεται μαζί με τον εθνομάρτυρα των Σέρβων συζυγό της στο εσωτερικό της Εκκλησίας στο Μοναστήρι της Ραβάνιτσα, ένα από τα εξοχότερα μνημεία της σερβοβυζαντινής τέχνης, που ιδρύθηκε το 1381 από τον ίδιο τον Λαζάρ.
 
Εκτός όμως από τον άγιο Σάββα, το πριγκιπόπουλο που έγινε μοναχός στο αγιώνυμο Όρος για να κοσμήσει στη συνέχεια τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της σερβικής Εκκλησίας ως πρώτος προκαθήμενός της, μια άλλη λιγότερη γνωστή φυσιογνωμία αξίζει εδώ να μνημονευθεί. Ο ελληνοσέρβος Ιωάννης Ούρεσης Παλαιολόγος, ανεψιός του μεγάλου Στέφανου Δουσάν, αφού κυβερνήσει ως βασιλιάς τη δυτική Θεσσαλία περί τα τέλη του 14ου αιώνα θα αποσυρθεί μαζί με τον πνευματικό του, άγιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη, στα Μετέωρα. «Η θαυμαστή ιστορία του βασιλιά που έγινε μοναχός και έζησε με οσιότητα … υπήρξε η πιο σοβαρή αιτία να θεωρηθεί ως ο δεύτερος ιδρυτής της Μονής της Μεταμορφώσεως». Στην αποφθεγματική αυτή κρίση του αείμνηστου Απ. Βακαλόπουλου, θα πρόσθετα, ότι η μορφή του ελληνοσέρβου βασιλέα–μοναχού, αισθητοποιεί ψηλαφητά το ιδανικό της ελληνοσερβικής συμπόρευσης στην τροχιά της ορθόδοξης οικουμενικότητας, η οποία χωρίς να παραθεωρεί την ιδιοπροσωπία κάθε λαού, υπερβαίνει εντούτοις τους κερματισμούς της ανθρώπινης φύσης υπό την προοπτική της πνευματικής μεταμόρφωσής της.


Πώς να μην συσχετίσει κανείς εδώ με τον ελληνοσέρβο μοναχό Ιωάννη Ούρεση Παλαιολόγο τον ομοίως ελληνοσέρβο Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Δραγάση Παλαιολόγο, τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου, ο οποίος, ως γνωστόν, καταγόταν από την πλευρά της μητέρας του από τον σερβικό ηγεμονικό οίκο των Δραγάσηδων.
           Αν όμως ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είναι το πρόσωπο στο οποίο, λόγω καταγωγής, συνυφαίνεται συμβολικά τα πεπρωμένο των δύο λαών στο κατώφλι της μακραίωνης δουλείας τους σε δυνάστη αλλόδοξο και πολιτισμικά κατώτερο, ένας άλλος Ελληνοσέρβος, παντελώς άγνωστος σήμερα, μνημειώνει λογοτεχνικά τη τραγική μοίρα των δύο λαών: Ο Αντώνιος Ραφαήλ Επακτήτ, καταγόμενος από βυζαντινή οικογένεια της Ναυπάκτου (όπως το επώνυμό του σαφώς δηλώνει) αλλά ενδιατρίβων στη σερβική γη, θα συντάξει έναν ιδιότυπο Λόγο-Εγκώμιο στον νεομάρτυρα πρίγκιπα Λαζάρ Χρεμπελιάνοβιτς, τον τραγικό ήρωα της μάχης του Κοσσυφοπεδίου. Επιπλέον, γεγονός παράξενα συμβολικό, το τελευταίο ρητορικό έργο της σερβικής  μεσαιωνικής γραμματείας, ένας ανώνυμος Επιτάφιος για τον πρίγκιπα Γκεόργκ Μπράνκοβιτς μνημονεύει την άλωση της Βασιλεύουσας με αφορμή την απώλεια της εθνικής ελευθερίας των Σέρβων.    
Οθωμανοκρατία: Τα πάθη και η αντίσταση
  «Η επί τέσσερις αιώνες περίπου διαρκέσασα οθωμανική κατάκτηση είταν… ο τάφος όλων των ευγενών αγώνων για την εμπέδωση πολιτισμού όχι μόνον στη Σερβία αλλά και στη λοιπή Βαλκανική», αποφαίνεται ο Γιώργος Κεντρωτής.
Όμως η λαϊκή ψυχή δεν υποδουλώνεται. Και όπως στον τουρκοκρατούμενο ελλαδικό χώρο οι εστίες αντίστασης κατά του κατακτητή δεν θα σβήσουν ποτέ και οι θρύλοι για τα κατορθώματα της κλεφτουριάς θα απαθανατίζονται σε ηρωικούς δεκαπαντασύλλαβους, έτσι και στη σερβική γη οι σκληροτράχηλοι Μαυροβούνιοι θα ζήσουν απομονωμένοι αλλά αυτόνομοι στα δυσπρόσιτα ορεινά αντιπροσωπεύοντας, τρόπον τινά, το σερβικό αντίστοιχο των δικών μας ανυπότακτων Μανιατών, ενώ η  λαϊκή ψυχή θα διαχυθεί γεμάτη περηφάνια στα ηρωικά δημώδη έπη που εξυμνούν τα κατορθώματα των Σέρβων κλεφτών, των γνωστών Χαϊντούκων. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε πει ότι οι κλέφτες ήταν ο στρατός του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που δεν είχε συνθηκολογήσει· κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τους Χαϊντούκους: συνέχιζαν τον πόλεμο για λογαριασμό του εθνομάρτυρά τους Λαζάρ Χρεμπελιάνοβιτς και τόσων άλλων…  
         Όμως τα παράλληλα και οι συγκλίσεις δεν σταματούν εδώ: Ο 18ος αιώνας είναι ο αιώνας του Διαφωτισμού και των βαλκανικών λαών. Όλων προηγούνται οι Έλληνες· όμως μετά τα μέσα του αιώνα εγγράφονται και οι Σέρβοι δυναμικά στην τροχιά της παιδευτικής και εθνοπολιτιστικής αφύπνισης. Δύο στοιχεία ξεχωρίζω εδώ: Πρώτον, το πρόβλημα της διγλωσσίας. Όπως εμείς, ήδη από πολύ παλαιότερα, έτσι και οι Σέρβοι θα παγιδευτούν για κάποιο χρονικό διάστημα στη διελκυστίνδα μεταξύ αρχαΐζουσας γλώσσας, της σλαβονοσερβικής, και του δημώδους λαϊκού ιδιώματος. Δεύτερον, ο πατριάρχης του σερβικού Διαφωτισμού, ο Δοσίθεος Ομπράντοβιτς (1742-1811) θα σπουδάσει στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης δίπλα στον Ιερόθεο Δενδρινό και θα εργαστεί για το φωτισμό του λαού του τρέφοντας ιδιαίτερο θαυμασμό για τον Αδ. Κοραή. 

                                        
                                                   19ος αιώνας: Η αναγέννηση
 
        Το πρανάκρουσμα της παλιγγενεσίας των δύο λαών θα σημάνει με το λυκαυγές του 19ου αιώνα στη Σερβία. Οι Σέρβοι, υπό τον θρυλικό Γεώργιο Πέτροβιτς Καραγεώργεβιτς, θα εξεγερθούν το 1804 κατά των Οθωμανών, τους οποίους αρχικώς θα απωθήσουν χωρίς καμία εξωτερική βοήθεια. Όμως το κίνημά τους θα καταπνιγεί·  οι Σέρβοι θα οδηγηθούν ξανά το 1815 στην επανάσταση από τον Μίλος Ομπρένοβιτς αυτή τη φορά, για να αποκτήσουν την αυτονομία τους το 1830, την ίδια δηλαδή χρόνια που η Ελλάς θα αναγνωριστεί ως ανεξάρτητο κράτος μετά από έναν πολυαίμακτο επαναστατικό αγώνα, που μπορεί να μην υπερέβαλε σε ηρωικά κατορθώματα τον αντίστοιχο αγώνα των Σέρβων, κατόρθωσε όμως να στρέψει στην Ελλάδα τα βλέμματα όλου του πολιτισμένου κόσμου και να κερδίσει την τόσο αναγκαία για την ελληνική ανεξαρτησία εύνοια των ισχυρών της εποχής.
         Δεν θα λείψουν από κάποιους Σέρβους η απογοήτευση και τα πικρόχολα σχόλια. Ο λόγιος Βουκ Κάρατζιτς θα παραπονεθεί γιατί οι Έλληνες στηριζόμενοι σε μισθοφόρους Βλάχους και Αλβανούς και εξαργυρώνοντας τις αρχαίες δάφνες τους με την υποστήριξη των Ευρωπαίων πέτυχαν την ανεξαρτησία, ενώ οι Σέρβοι, οι οποίοι έχυσαν το δικό τους αίμα, αρκέστηκαν μόνον στην ημιαυτονομία. Κακεντρέχεια ή συγγνωστή πικρία; Το ερώτημα για μένα παραμένει ανοικτό, αν και αναγνωρίζω ότι οι Σέρβοι μετά το 1766 είχαν λόγους να είναι δυσαρεστημένοι με τους Έλληνες. Εννοώ εδώ την κατάργηση του σερβικού Πατριαρχείου και την υπαγωγή των Σέρβων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που υπαγορεύθηκε από τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η σερβική Εκκλησία. Η ατυχής επιλογή των φαναριωτικών κύκλων της Πόλης να αποστέλλουν στα σερβικά εδάφη επισκόπους οι οποίοι δεν γνώριζαν λέξη Σερβικών και άρα εποίμαιναν τους πιστούς μέσω διερμηνέων, προσέβαλε βαθιά τη σερβική εθνική αξιοπρέπεια. Είναι όμως άδικη η μομφή, που πολλάκις εγείρεται κατά του Οικουμενικού θρόνου, ότι με τις ενέργειες αυτές δήθεν επεχείρησε τον εξελληνισμό των σερβικών πληθυσμών. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα απαιτούσε μεταξύ άλλων, όπως ορθά σημείωσε ο Κ. Γόνης, ένα καλά οργανωμένο και συντονισμένο δίκτυο ελληνικών σχολείων, κάτι που βέβαια δεν συνέβη.   
Όμως τα αλγεινά παραμερίζονταν όταν οι περιστάσεις το καλούσαν: Τον σπόρο της εθνικής αναγέννησης των δύο λαών είχε ρίξει με τη δράση και το επαναστατικό του κήρυγμα ο βάρδος της Ρωμηοσύνης Αντώνιος Κυριαζής, γνωστότερος σε όλους ως Ρήγας Βελεστινλής ή Φεραίος. Ο τραγικός οραμαστής είχε, ως γνωστόν, θέσει στο κέντρο των επιδιώξεών του την παμβαλκανική απελευθέρωση από την σουλτανική απολυταρχία, επέπρωτο δε να φυλακιστεί και να εκτελεστεί στον πύργο Νεμπόισα, έξω από το φρούριο του Βελιγραδίου. Εύλογα θα υποστήριζα ότι ο ηρωικός θάνατός του μπορεί εξίσου να καταχωρισθεί στο εθνικό μαρτυρολόγιο τόσο των Ελλήνων όσο και των Σέρβων.
            Το όραμά του Ρήγα όμως για την βαλκανική συνομοσπονδία θα αποδειχθεί μακροβιότερο από το θνησιγενές επαναστατικό του σχέδιο: Δεκαετίες αργότερα η ψυχή του Βελεστινλή θα πλανάται πάνω από την αυστριακή κωμόπολη του Φέσλαου, όπου εκπρόσωποι του Βασιλείου της Ελλάδος και της αυτόνομης Ηγεμονίας της Σερβίας θα υπογράψουν την πρώτη στην νεότερη βαλκανική ιστορία συνθήκη στρατιωτικής συνεργασίας με ομολογημένο στόχο την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ένας άνεμος από το διαπρύσιο κήρυγμα του Ρήγα μοιάζει να εμπνέει τον Χ. Τρικούπη, υπουργό Εξωτερικών της περιόδου, ο οποίος θα διακηρύξει ότι δεν βλέπει τίποτε ικανό να εμποδίσει τη συγκρότηση μιας ελληνοσερβικής συνομοσπανδίας…   

Ο τραγικός 20ος αιώνας: μεταξύ του εθνικού μύθου και της γεωπολιτικής μέγγενης
          Ο 20ος αιώνας θα αρχίσει πλήρης ελπίδων για τους δύο λαούς: Η ελληνική Μεγάλη Ιδέα, αλλά και η Νατσερτάνιε, η αντίστοιχη σερβική, φάνηκαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Στους δύο Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913 Έλληνες και Σέρβοι θα αναδειχθούν στους ουσιαστικούς νικητές όχι μόνον έναντι των εχθρών τους Οθωμανών, οι οποίοι εκδιώχθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά από την Ευρώπη, αλλά και έναντι του άπληστου συμμάχου τους, των Βουλγάρων.
Όμως μετ’ ου πολύ ο Α΄ ΠΠ θα επιφέρει την προσωρινή αλλά εξόχως επώδυνη κατάληψη της Σερβίας από τις δυνάμεις των κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ο σερβικός στρατός, αν και ηττημένος, θα υποχωρήσει συντεταγμένα και κατόπιν σκληρής πορείας μέσα από τα αλβανικά βουνά θα διαπεραιωθεί  κατά το μεγαλύτερο μέρους του στην Κέρκυρα. Το νησάκι της Κέρκυρας Βίδος θα αναπαύσει τα σώματα πολυάριθμων Σέρβων στρατιωτών αποτελώντας τόπο ιερής μνήμης για το σερβικό έθνος και απόλυτου σεβασμού για τους Έλληνες: Ποιος γνωρίζει άραγε σήμερα ότι η κερκυραϊκή οικογένεια Γιαννούλη αρνήθηκε να ξανακαλλιεργήσει το κτήμα της από το 1916 και έπειτα για να μην ταράξει την ησυχία των οστών των κεκοιμημένων Σέρβων στρατιωτών;
         Λίγο αργότερα η Ελλάς θα μπει στον πόλεμο υπό τον Βενιζέλο και με τα τμήματα του ανασυνταγμένου σερβικού στρατού αλλά και τις σύμμαχες δυνάμεις της Συνεννόσης θα ελευθερώσει την πατρίδα του αγίου Σάββα, γεγονός που μέχρι σήμερα υπογραμμίζει με ανυπόκριτη ευγνωμοσύνη η σερβική ιστοριογραφία. 
 Έλληνες και Σέρβοι θα βρεθούν εκ νέου στις επάλξεις του αγώνα για ελευθερία και αξιοπρέπεια και κατά τον Β΄ ΠΠ.  Στη νέα κατοχή που θα ακολουθήσει οι Σέρβοι θα ζήσουν από τους παπικούς κληρικοφασίστες Κροάτες Ούστασι το δικό τους ολοκαύτωμα στα κροατικά κολαστήρια του Γιασένοβατς, του Γιάντοβνο ή της Στάρα Γκράντισκα, την ίδια περίοδο που χιλιάδες Έλληνες σβήνουν από την πείνα στους δρόμους των ελληνικών πόλεων. Έτσι, Έλληνες και Σέρβοι θα πολεμήσουν, δύο φορές μέσα σε λιγότερο από τριάντα χρόνια, εναντίον του γερμανικού συνασπισμού δυνάμεων και θα καταβάλουν βαρύ φόρο αίματος, για να γευτούν εν τέλει μετά την νίκη την απογοήτευση από συμμάχους και φίλους. Επιπλέον –και αυτό είναι εδώ το χειρότερο- θα απωλέσουν την μεταξύ τους σύμπνοια και ομοψυχία.
Επτά αιώνες συμπόρευσης έμοιαζαν να τελειώνουν κάπου εκεί με το γάμο της Ελληνίδας πριγκίπισας Αλεξάνδρας με τον βασιλιά Πέτρο να αποτελεί απλώς τον μελαγχολικό επίλογο: Από την μια μεριά οι Έλληνες θα βυθιστούν στη δίνη ενός αδελφοκτόνου πολέμου, που αρχικά θα υποδαυλισθεί από την τιτοϊκή ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας, και θα βρεθούν στη συνέχεια πλήρως ενσωματωμένοι στις αυστηρά αντικομμουνιστικές δομές των δυτικών συμμαχιών· από την άλλη οι Σέρβοι, και πάλι μετά το Μεσοπόλεμο, θα εμπλακούν στο δίλημμα μεταξύ «σερβισμού» και «γιουγκοσλαβσιμού» στο πλαίσιο μιας ομοσπονδίας νοτιοσλαβικών λαών, που θα κρατήσει για κάποιες δεκαετίες συνενωμένους η σιδηρά πυγμή του Στρατάρχη Τίτο. 
Επιλογικό σχόλιο
      Ελλάδα και Σερβία, Σερβία και Ελλάδα: Γάμος συμφέροντος ή αιώνια συμφέροντα;
Με βάση τα λεχθέντα τολμώ να εισηγηθώ την υπέρβαση του ερωτήματος αυτού ως παραπλανητικού. Ασφαλώς, κανείς εχέφρων μελετητής της Ιστορίας δεν θα παραθεωρήσει τη σπουδαιότητα του γεωπολιτικού παράγοντα ο οποίος λειτούργησε διαχρονικά μάλλον ως μοχλός σύγκλησης των δύο λαών, παρά ως γενεσιουργό αίτιο βίαιης αντιπαράθεσης η και μακραίωνης εχθρότητας, όπως συνέβη δυστυχώς στην περίπτωση των Βουλγάρων. Χωρίς να εξωραιζω την πραγματικότητα των ελληνοσερβικών σχέσεων, η οποία, όπως κατέστη πρόδηλο, κάθε άλλο παρά ανέφελη υπήρξε, φρονώ ωστόσο ότι πέραν των υπαγορεύσεων της γεωπολιτικής η ιστορία μας επιτρέπει να διαβλέψουμε και την ύπαρξη «εκλεκτικών συγγενειών» ανάμεσα στις ιστορικές αυτές εθνότητες, εκλεκτικές συγγένειες, οι οποίες απορρέουν από μια, θα έλεγα, πνευματική αγχιστεία και ομοήθεια, που αφ’ ενός υφάνθηκε στο στημόνι του ελληνορθόδοξου πολιτισμού του Βυζαντίου και αφ’ ετέρου γαλβανίστηκε με επώδυνο τρόπο σε ατέρμονους ηρωικούς αγώνες για την ελευθερία εναντίον κοινών εχθρών. Η στάση της σερβικής εθνότητας γενικώς, αλλά και των ηγετικών της ελίτ ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα (εποχή του συζύγου της Σιμωνίδας, κράλη Μιλούτιν),  απέναντι στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό του Βυζαντίου, το ολόθυμο άνοιγμα στην ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορικής οικουμενικότητας και η δημιουργική πρόσληψη της ορθόδοξης αγιοπατερικής παράδοσης, που αποτυπώθηκαν στα απαράμιλλα θρησκευτικά και καλλιτεχνικά μνημεία της σερβικής γης, κυρώνουν όχι μόνον την γνησιότητα των «εκλεκτικών αυτών συγγενειών» μεταξύ Σέρβων και Ελλήνων· πολύ περισσότερο, τολμώ να ισχυριστώ, ότι μαρτυρούν τα αποθέματα πολιτισμικής και εθνικής ιδιαιτερότητας αυτού του περήφανου λαού. Κατά την ταπεινή μου άποψη, η κοινή κληρονομιά των δύο λαών σφραγίζεται από το πανανθρώπινο πνεύμα της βυζαντινής και αγιοπατερικής οικουμενικότητας και όχι βέβαια από τον εθνικιστικό πρωτογονισμό της αποθέωσης του αίματος και της φυλετικής υπεροχής.
Η πορεία και των δύο λαών στο μέλλον θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την συνειδητοποίηση της αλήθειας αυτής. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου