Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Στοχασμοί στον παρόντα αιώνα…



Το εισαγωγικό σημείωμα από το πρόσφατο βιβλίο μου:


 Scripta minora. Ιχνογραφήματα ορθόδοξης θεολογικής και πολιτισμικής αυτογνωσίας, Αθήνα 2016



Ι. Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Λάμποβο, Αργυρόκαστρο)
Ο Έζρα Πάουντ είχε πει κάποτε ότι «μεγαλοφυΐα είναι η ικανότητα να βλέπεις δέκα πράγματα εκεί που ο συνηθισμένος άνθρωπος βλέπει μόνο ένα». Tο ανά χείρας βιβλίο δεν γράφτηκε από κάποιον που διαθέτει τέτοια έκτακτη ικανότητα και κατά τούτο αποτελεί συλλογή κειμένων ενός «συνηθισμένου» ανθρώπου. Αποτυπώνει όψεις της κάποτε επώδυνης συνάντησής του με μια ολοένα επιδεινούμενη, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε ελληνικό επίπεδο πραγματικότητα, μέσα από το πρίσμα που ορίζει η ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση του λαού μας.


Πρόκειται από μια άποψη για membra disjecta στον βαθμό που ένας αριθμός από τα κείμενα αυτά ετοιμάστηκαν με αφορμή παρουσιάσεις βιβλίων θεολογικού, ιστορικού και πολιτισμικού περιεχομένου ή αναρτήθηκαν, με επικαιρικό ως επί το πλείστον έναυσμα, στο προσωπικό ιστολόγιό μου. 


Από μια άλλη άποψη ωστόσο τα κείμενα διατρέχει ως οδηγητικό νήμα η έμπονη μέριμνα άρθρωσης λόγου πνευματικής και πολιτισμικής αυτογνωσίας σε μια εποχή κατά την οποία το δικαίωμα έκφρασης σε ιδιόλεκτο αντίρροπο του συρμού τείνει να εξοριστεί από την πολυπολιτισμική «καλλίπολη» που οραματίζονται και ― φευ ― οικοδομούν και στον τόπο μας οι πρωθιερείς και απόστολοι της νέας θρησκείας της οικουμένης: της πολιτικής ορθότητας και του σιαμαίου αδελφού της, του εθνοουδετερισμού και πολιτισμικού μηδενισμού.

Γι’ αυτό και το βιβλίο αυτό θα μπορούσε εν τέλει να διαβαστεί ως ένα απόσπασμα ημερολογιακών καταγραφών. Από τις σελίδες αυτών των φανταστικών φύλλων ημερολογίου σταχυολογούνται και συνεκδίδονται εδώ, εν είδει σύντομων ιχνογραφημάτων, απόπειρες προσωπικής «αντίστασης» στην πλημμυρίδα του παγκοσμιοποιητικού «ουδετερισμού» με δυνάμεις που θέλω να πιστεύω ότι αντλώ, με σεβασμό στη μαρτυρία της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, από τα καταστατικά κείμενα του πολιτισμού μας.


Σπεύδω να προλάβω τυχόν παρανόηση και να δηλώσω ότι δεν συγκαταλέγω άνευ ετέρου τον εαυτό μου στους πολέμιους της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης». Με την έννοια αυτή τα κείμενα που ακολουθούν δεν εκπροσωπούν τις απόψεις ενός ρομαντικού συντηρητικού ο οποίος (κατά το πρότυπο ίσως παλαιότερων δασκάλων του είδους, όπως οι ντε Μαιστρ, Μπερκ, ντε Μπονάλ, κ.ά.) ακολουθεί ένα ρεύμα της αντιδιαφωτιστικής παράδοσης καταγγέλλοντας τη «νεωτερικότητα» και τα έκδοχά της (εκκοσμίκευση, ανθρώπινα δικαιώματα, φιλελευθερισμός, εγκατάλειψη της οργανικής έννοιας του έθνους και της κοινότητας προς χάριν της ρασιοναλιστικής ατομογενούς αυτοθέσμισης, κ.ά.). 


Και τούτο το λέγω επειδή εκλαμβάνω την «παγκοσμιότητα» και την «μετανεωτερικότητα» όχι πρωτίστως ως απειλή αλλά ως πρόκληση. Ακριβώς από τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίσουμε την πρόκληση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό αν τελικώς οι κοσμογονικές αλλαγές, που από ό τι φαίνεται έχουν μόλις αρχίσει και σε λίγα χρόνια θα έχουν μεταβάλει άρδην όχι μόνον τις μέχρι πρότινος παγιωμένες γεωπολιτικές ισορροπίες αλλά και τον τρόπο ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων, θα αποτελέσουν πεδίο γόνιμων δημιουργικών συνθέσεων με βάση την πολιτισμική μας παράδοση ή θα θέσουν οριστικά ταφόπλακα στους παραδοσιακούς τρόπους με τους οποίους κατανοούμε τον άνθρωπο, τον κόσμο, και εν τέλει βιώνουμε τη σχέση μας με την υπερβατική αρχή του «είναι». 


Στην ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση η υπερβατική αρχή του είναι έχει όνομα και ψηλαφείται ζείδωρα «εν μυστηρίω» στα όρια του εκκλησιαστικού γεγονότος χωρίς να χάνει ουδέ κατά τι τον υπερβατικό χαρακτήρα της: Η αγία και προσκυνητή Τριάδα, ο Πατήρ, ο εξ αυτού αϊδίως γεννηθείς Τιός και το συμπροελθόν εκ του Πατρός εκπορευτώς και εν Τιώ αϊδίως αναπαυόμενο Πνεύμα, αποκαλύπτεται από την ημέρα της Πεντηκοστής στην αγία απαθανατισμένη ανθρωπότητα του «ἑνός τῆς Τριάδος» φανερωθέντος «σαρκί», δηλαδή του Ιησού από τη Ναζαρέτ, ως ο ζων και κοινωνικός Θεός, ο Οποίος καλεί αδιαλείπτως τον καθένα μας σε κοινωνία της άκτιστης αγάπης και του ανέσπερου φωτός-ζωής Σου. Σούτο δεν σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία παραγνωρίζει την τραγικότητα της ιστορίας ή παρατρέχει θριαμβολογικά την ανθρώπινη

κακοήθεια. 

Τουναντίον: Η εκκλησιαστική μαρτυρία δεν είναι ανιστορική αλλά σαρκώνεται στο εκάστοτε χωροχρονικό παρόν ως πρόταση ζωής· δεν είναι τριουμφαλιστική αλλά μαρτυρικά θριαμβική· δεν υπόσχεται ευδαιμονία, αλλά σταυροαναστάσιμη χαρά. Στα όρια αυτά εντάσσεται προφανώς και κάθε απόπειρα φθόγγισης ορθόδοξου λόγου για το παγκοσμιοποιητικό φαινόμενο, για τη σχέση κοσμοπολιτισμού και εντοπιότητας, μαζικοκαταναλωτισμού και νηπτικής ασκήσεως, οικονομικού φιλελευθερισμού και κοινοτικής αυτό-οργάνωσης, ατομοκεντρικών δικαιωμάτων από τη μια και κενωτικού αυτοθυσιαστικού ήθους από την άλλη.


Στα ιχνογραφήματα θεολογικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας πειραματίζομαι με την ιδέα της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας σε ρόλο «κόκκου σινάπεως» (Ματθ. 13, 81) για την Ευρώπη και την οικουμένη ακόμη και όταν η προβληματική αυτή δεν θεματοποιείται ρητά. Είναι ώρα φρονώ μετά το πέρας της «αριστερής» ουτοπικής ή της υπερ συντηρητικής «εκκλησιαστικής» άρνησης της ιστορίας en block να δούμε εάν εκτός από την ολική απόρριψη του δυτικού μοντέλου είμαστε ικανοί και για κάτι πιο δημιουργικό: Να γίνουμε η «μικρά ζύμη» που «ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ» (Γαλ. 5, 9), να καταθέσουμε απτή και ανακαινιστική μαρτυρία ζωής εντός του ευρύτερου πλαισίου των εθνών και κρατών που ανήκουμε, τουλάχιστον γεωπολιτικώς και οικονομικοκοινωνικώς, τα τελευταία τουλάχιστον 100 χρόνια λόγω των, κατά τη γνώμη μου, ορθών στρατηγικών επιλογών των παλαιότερων αρχουσών και κοινωνικών μας ελίτ. Ο ισχυρισμός τούτος έχει τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα όσο πιο έκδηλα είναι τα σημάδια παρακμής που εμφανίζει πια η Δύση έχοντας θαρρείς εγγραφεί σε τροχιά φθίσης μη αναστρέψιμης. 

Δεν είναι βέβαια εδώ η θέση για να τεκμηριώσω την άποψη αυτή, ούτε είναι αυτός ο σκοπός μου. Σημειώνω μόνο ότι το οριακής συνταγματικότητας (και σοβαρότητας) δημοψήφισμα που διενεργήθηκε τον περασμένο Ιούλιο με την αναφανδόν αντιευρωπαϊκή δυναμική που ενδυνάμωσε αποδεικνύει πόσο επιπόλαια επιρρεπείς είμαστε τελικά (άρχοντες και αρχόμενοι) στο να διακυβεύσουμε ιστορικές κατακτήσεις του έθνους μας, επειδή κατέρρευσε (όπως εξάλλου διέβλεπαν οι διορατικοί) το επίπεδο καταναλωτικής ευζωίας που Επειδή οι γραμμές αυτές γράφονται από έναν άνθρωπο που έχει ήδη θέσει υπό αυστηρή κριτική τα πνευματικά, πολιτισμικά και θεολογικά θεμέλια της δυτικής Ευρώπης (εννοώ το βιβλίο μου Εισαγωγή στην Ιστορία της δυτικής θεολογίας), η τυχόν μομφή για «ευρωλαγνεία» ή, ακόμη χειρότερα, για ενδοτισμό στους εκ Εσπερίας επιβούλους με αφήνει αδιάφορο καθότι παντελώς άσφαιρη. 

Εξάλλου ουκ ολίγα κείμενα του παρόντος εκδιπλώνουν μια sui generis κριτική πτυχών της δυτικής εμπειρίας, οπότε ευχερώς αντιλαμβάνεται κανείς ότι άλλος είναι ο πόνος μου και η αγωνία μου: Μπορούμε να σταθούμε αυτοδυνάμως ανανεώνοντας δημιουργικά την παράδοσή μας την ίδια στιγμή που θα βρισκόμαστε σε μια διαδικασία αενάως εγκαινιζόμενης συνάντησης με το ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο γίγνεσθαι; Είμαστε σε θέση να συζεύξουμε την ορθόδοξη πνευματικότητα, δηλαδή την καθ’ ημάς Παράδοση, με την πρόσληψη του δυτικού πολιτικού και οικονομικού κεκτημένου (η κοινοβουλευτική δημοκρατία δεν νομίζω ότι απορρίπτεται ως «δυτική» πια από κανέναν εχέφρονα συμπολίτη μας, η δε ελεύθερη οικονομία είναι μια πραγματικότητα με πολλές θετικές πλευρές όσο και αν τα ιδεοληπτικά «άκρα» αρνούνται να το δουν) και αν ναι, με ποιους τρόπους; 

Η διαφαινόμενη αδυναμία ή ακόμη και ανικανότητα ενός ιστορικού λαού να αντιληφθεί τα αυτονόητα (ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν μπορεί να πορευθεί, όπως και δεν πορεύθηκε από τον Μ. Αλέξανδρο και μετά, μόνη της, ούτε βέβαια να στηριχθεί σε αφερέγγυους συμμάχους για τους οποίους τα θετικά επιτεύγματα της νεωτερικής Δύσης ισοδυναμούν με μεταφυσικό κακό), όπως επίσης η στρουθοκαμηλική άρνησή του να συνειδητοποιήσει ότι η περαιτέρω όδευσή μας στην ιστορία θα πραγματοποιηθεί ούτως ή άλλως μέσω ωδίνων και οδυνών (όπως θα έλεγε ο Ν. Ματσούκας) ή με «πόνο, αίμα και δάκρυα» (όπως είπε ο Tσώρτσιλ), με κάνει να στρέφω τις ελπίδες μου στο εκλεκτό λήμμα που γνωρίζει εμπειρικά «ότι μας υπολείπεται πολλή και σπουδαία δουλειά ώσπου ν’ αγρεύσουμε το μεγαλείο» (Χαίλντερλιν μεταφρασμένος από Ελύτη).


Όμως, επειδή ή δική μου σκοποθεσία δεν είναι πρωτίστως πολιτική ή κοινωνικοοικονομική, το ερώτημα που αναφύεται πιεστικά στη συνάφεια αυτή αφορά την εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία: Είμαστε σε θέση να κηρύξουμε «Χριστόν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον» σε μια Ευρώπη που χάνει ραγδαία την πολιτισμική της ταυτότητα; Μπορούμε να διαλεχθούμε με τους «άλλους» προσφέροντάς τους «ὕδωρ ζῶν»; Μπορούμε να κατανοήσουμε την ετερότητα δίχως να χάσουμε την ταυτότητά μας; Εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι η πίστη μας είναι «ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον» (Α´ Ιωάν. 5, 4) και ότι «μείζων ἐστὶν ὁ ἐν ἡμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ» (Α´ Ιωάν. 4, 4); Ή μήπως αυτοεγκαταλειφθήκαμε «ανεπαισθήτως» σε έναν «ορθόδοξο» ντεφεκτισμό ή, από την άλλη μεριά, σε εκείνο το είδος ψοφοδεούς κουτσαβακισμού που παραπέμπει περισσότερο στο γνωστό αρχετυπικό μας ήρωα του θεάτρου σκιών και δεν προσφέρει παρά μόνον πρόσκαιρη πράυνση ανίατων συλλογικών συμπλεγμάτων;


Σε ό τι ακολουθεί καταφάσκω απόλυτα μέσα από τις ατραπούς του θεολογικού, ιστορικού και φιλοσοφικού προβληματισμού τη δυνατότητα και την κλήση της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας να επανευαγγελιστεί τον κόσμο μας· τούτο όμως δεν διατυπώνεται κατηγορηματικά και ίσως σκιάζεται λόγω της αγωνίας που έκδηλα διαπερνά κάποιες από τις γραμμές που ακολουθούν. Εδώ όμως βρίσκεται το μέγα μυστήριο που δομεί υπόρρητα τον τρόπο μας: «Ἡ γὰρ δύναμίς μου εν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β´ Κορ. 12, 9).




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου