Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

Μια Εκκλησιά, δύο πόλεις



Ο ιερός μητροπολιτικός ναός Ευαγγελιστρίας Πατρών και οι δεσμοί του με τα Ιωάννινα





Όταν περί τα τέλη του 19ου αιώνα ο μεγάλος Γερμανός βυζαντινολόγος Κάρολος Κρούμπαχερ βρέθηκε στην Αθήνα, πρωτεύουσα του μικρού τότε Ελληνικού Βασιλείου, εντυπωσιάσθηκε από την ευρωπαϊκή όψη της πόλεως γράφοντας χαρακτηριστικά ότι κάποιοι δρόμοι της είναι αντάξιοι μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, σημείωσε ωστόσο ότι, σε χτυπητή αντίθεση προς αυτές, στην Αθήνα απουσιάζουν ευμεγέθεις ναοί που θα λειτουργούσαν ως διακριτά τοπόσημα της ελληνικής πρωτεύουσας. Με δεδομένη τη δεσπόζουσα θέση του βράχου της Ακροπόλεως, που δεν επιτρέπει την «τοποσημειωτική» λειτουργία κανενός άλλου κτηρίου ή κτηριακού συμπλέγματος, θα έτεινε δικαιολογημένα κανείς να αξιολογήσει ως ακριβή, πλην όμως περιττή την απόφανση του Κρούμπαχερ.



 Όμως αυτό που διαπίστωσε αντικειμενικά ο Γερμανός μελετητής για την Αθήνα, φρονώ ταπεινά ότι δεν ισχύει για στην γενέτειρά μου την Πάτρα, ειδικότερα δε για την οδό Μαιζώνος, τον ένα από τους τρεις δομικούς οδικούς άξονες του κέντρου της πόλεως. Το μεταξύ των πλατειών Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και Όλγας τμήμα της Μαιζώνος κοσμεί ένα χαρακτηριστικό τοπόσημο και ταυτόχρονα περίπυστο ιερό προσκύνημα της νεότερης Πάτρας, ο νεοκλασικού τύπου ιερός μητροπολιτικός ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου με τα δύο χαρακτηριστικά κωδωνοστάσιά του, που με την πυργοϋψή κορμοστασιά τους δεσπόζουν στον χώρο και προσδίδουν διαχρονικά στο κέντρο της πόλης μια ξέχωρη και παραμόνιμη «οπτική» ταυτότητα, όπως διαπιστώνει κανείς εύκολα ακόμα και με μια φευγαλέα ματιά σε παλαιότερες σχετικές φωτογραφίες ή καρτ-ποστάλ.  Πρόκειται για την Εκκλησιά της παιδικής μου ηλικίας, στην οποία εξακολουθώ να εκκλησιάζομαι οσάκις βρίσκομαι Κυριακές ή γιορτές στην γενέτειρά μου.


Ο ναός, αρχιτέκτων του οποίου υπήρξε πιθανόν ο διάσημος Λύσανδρος Καυταντζόγλου, θεμελιώθηκε το 1842 και εγκαινιάσθηκε τέσσερα χρόνια μετά, το 1846, από τον Μητροπολίτη Πατρών Γρηγόριο Γ΄ τον Δενδρινό, ενώ από το 1856 και εντεύθεν λειτουργεί ως μητροπολιτικός. Στην οικοδόμησή του συνέβαλαν με δαπάνες τους εύποροι έμποροι και άλλοι αστοί, μεταξύ των οποίων αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν Ιωαννίτες έμποροι, οι οποίοι κατοικούσαν στην περιοχή.


Διόλου τυχαία λοιπόν η Ευαγγελίστρια συνδέει κατά ένα ξεχωριστό τρόπο την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου με την πρωτεύουσα της Ηπείρου, γεγονός που αποτυπώνεται, μεταξύ άλλων, και στον τρισυπόστατο χαρακτήρα του ναού: Το κεντρικό ιερό θυσιαστήριο είναι καθιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Παναγιάς μας, ενώ αυτό του νοτίου κλίτους είναι αφιερωμένο στο αγλάισμα των Ιωαννίνων, τον άγιο νεομάρτυρα Γεώργιο (1836), του οποίου ιερή εικόνα εκτίθεται στον ναό. Ίσως μάλιστα να πρόκειται για μια από τις παλαιότερες εικόνες (αν όχι για την παλαιότερη) του αγίου που φιλοτεχνήθηκαν στην τότε ελεύθερη Ελλάδα ελάχιστα χρόνια μετά την μαρτυρική τελείωση του αγίου στα τουρκοκρατούμενα Ιωάννινα. Επομένως, λόγω της ενεργούς συμμετοχής των εν Πάτραις ηπειρωτών εμπόρων, η Ευαγγελίστρια θα πρέπει να απετέλεσε τον πρώτο λατρευτικό χώρο του ελληνικού κράτους στον οποίο τιμήθηκε ως άγιος ο νεομάρτυς Γεώργιος ο εν Ιωαννίνοις αθλήσας. 

Όμως και η τρίτη αγία Τράπεζα του ναού, αυτή του βορείου κλίτους, μας παραπέμπει δι’ άλλης οδού στα Ιωάννινα: Είναι αφιερωμένη στον άγιο Νικόλαο επίσκοπο Μύρων της Λυκίας προς τιμήν ενός παλαιότερου ταπεινού ναΐσκου αναφερομένου ήδη το 1713, του αγίου Νικολάου του μόλου ή του τελωνείου (έναντι σημερινού Ιντεάλ), στον οποίο εκκλησιάζονταν αμέσως μετά την απελευθέρωση και μέχρι την ανέγερση της Ευαγγελίστριας οι Ιωαννίτες έμποροι. Τον μικρό αυτό ναό αντικατέστησε ο ναός της Ευαγγελίστριας, που με τον τρόπο αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί «διάδοχός» του, καθώς και εγγυητής της ιδιαίτερης σχέσης της Πάτρας με τα Ιωάννινα που αισθητοποιούσε με τρόπο απτό ο παλαιότερος ευκτήριος οίκος (ειρήσθω εν παρόδω ότι ακόμα και σήμερα στο ναό της Ευαγγελίστριας φυλάσσεται παλαιά εικόνα της Γεννήσεως του Κυρίου μας προερχόμενη από τον παλαιό ναΐσκο του αγίου Νικολάου, καθώς και ένα Ευαγγέλιο, που φέρει σχετική ενχάρακτη σημείωση).





Ένας ναός, δύο πόλεις, δύο άγιοι (ο θαλασσάχραντος, κατά Ελύτη, άγιος Νικόλαος και ο των «Ἰωαννίνων θεῖος πυρσός», ο νεομάρτυς Γέωργιος) υπό τη σκέπη της Θεομήτορος. Τα βήματά μου κινούνται παιδιόθεν στο νοητό χώρο που ορίζουν αυτές οι συνδέσεις, τα βήματά μας κινούνται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της ζώσας πίστης μας· στο στημόνι της υφαίνεται το μυστικό πέπλο που σκέπει τον πορευόμενο στα Έσχατα λαό του Θεού:


«Τὰ διαβήματά μου κατεύθυνον κατὰ τὸ λόγιόν σου καὶ μὴ κατακυριευσάτω μου πᾶσα ἀνομία». 

          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου