Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Δημητράκης και Βασούλα



Κοιμήθηκε ο πολυαγαπημένος μου πατέρας Δημήτρης


Ο πατέρας μου Δημήτρης με την μητέρα μου Βασιλική  στο σπίτι μου στην Πάτρα το 2010




Ανήμερα της εορτής των αγίων ισαποστόλων βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης άφησε την τελευταία του πνοή ο πατέρας μου Δημήτριος Γ. Παναγόπουλος στην οικεία του αδελφού μου Γιάννη, ακολουθώντας στην προς Κύριον εκδημία της την μητέρα μου Βασιλική, η οποία είχε αποβιώσει ήδη προ πενταετίας.


Ο πατέρας μου «προσετέθη πρὸς τοὺς πατέρας αὐτοῦ» πλήρης ημερών. Γεννήθηκε πριν από 90 χρόνια στην Πάτρα, ενώ την χώρα μας κυβερνούσε ο δικτάτωρ Θ. Πάγκαλος, ως το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά του αειμνήστου παππού μου Γεωργίου και έμεινε ορφανός από τη μητέρα του στα έξι του χρόνια. Έζησε τον πόλεμο και τη φρίκη της κατοχής στη γενέτειρά του, για να στρατευθεί, εν συνεχεία, στον Εθνικό Στρατό (Σώμα εφοδιασμού και μεταφορών) και να συμμετάσχει στον εμφύλιο υπηρετώντας την εθνική προσπάθεια χωρίς να χύσει -ευτυχώς- αδελφικό αίμα.

Για να βιοποριστεί ασχολήθηκε με μια σειρά από επαγγέλματα, εν τέλει δε αυγάτισε το ισχνό αρχικό κεφάλαιο (που ως επί το πλείστον είχε δανεισθεί) επιδιδόμενος στις μεταφορές και στο εμπόριο αυτοκινήτων από τη Γερμανία. Εν τω μεταξύ, το 1964, θα γνωρίσει την πατρινή φαρμακοποιό Βασιλική Παπακώστα, την οποία μετ' ου πολύ θα νυμφευθεί. Καρπός του γάμου τους υπήρξαν τρία τέκνα: ο υποφαινόμενος, ο προμνησθείς αδελφός μου Ιωάννης και η αδελφή μου Μεταξία.

Πρωτοχρονιά του 2013

Ο αείμνηστος πατέρας μου υπήρξε ακατάβλητος αγωνιστής της ζωής, νευρώδης και ισχυρογνώμων, αλλά ταυτόχρονα («παμμιγές τι χρῆμα ὁ ἄνθρωπος», μας θυμίζει ο Ψελλός ) απρόσμενα εύθραυστος και παιδικά ευαίσθητος. Στη  ζωή του συνυπήρχε αλληλοσυμπληρωματικά μια κάποτε άκαμπτη σοβαρότητα με μια -οπωσδήποτε άγνωστη στους περισσότερους συγχρόνους του-  κατανόηση της σουρεαλιστικής πλευράς της ζωής. Γι' αυτό και θα έλεγα ότι  ο πατέρας μου μολονότι δεν φιλοσόφησε (ήταν σίγουρα ξένος προς την αφηρημένη σκέψη), εντούτοις σάρκωσε εν τοις πράγμασι μια φιλοσοφία ζωής στην οποία ο φόβος του θανάτου συνυπήρχε με την πιο παχυλή περιφρόνησή του.

Σε αντίθεση με την μητέρα μου δεν έτυχε πανεπιστημιακής μορφώσεως· αρκέσθηκε στην ολοκλήρωση του εξαταξίου Γυμνασίου της εποχής. Όμως σε εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και πλούτο προσλαμβανουσών παραστάσεων υπερτερούσε κατά πολύ τόσο της μητρός μου όσο και πολλών εκ των ομηλίκων του: Γνώριζε πρακτικώς τρεις ευρωπαϊκές γλώσσες, υπήρξε ερασιτέχνης της ιστορίας και της γεωγραφίας με την κυριολεκτική του όρου σημασία, αλλά και λάτρης της κλασικής μουσικής, ιδίως του πιάνου, την αγάπη για το οποίο μου μετέδωσε, (άοκνες και ευρηματικές οι προσπάθειές του να νικήσει την αρχική ραθυμία μου για μελέτη του πιάνου, ενώ ακόμα ήμουν μαθητής του Δημοτικού, και αλησμόνητοι οι δίσκοι βινυλίου με τους οποίους εμπλούτιζε την οικογενειακή μας δισκοθήκη κάθε φορά που επέστρεφε από το Μόναχο). Ταξίδευσε πολύ -ως επί το πλείστον ένεκα της δουλειάς του- «πολλῶν δ' ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω», λάτρευε «μετ' ἔρωτος» τη φύση (δυσεξαρίθμητα τα δέντρα ή τα λουλούδια που φύτευσε στο εξοχικό μας στον Καστελλόκαμπο Πατρών αλλά και αλλού), δημιούργησε περιουσία μέσα από ένα συνδυασμό εργασίας, ασυνήθιστα λιτού βίου και ρεαλιστικά (αν και κάποτε έμφοβα) σταθμισμένου ρίσκου. Ολιγαρκής, απεχθανόταν την επίδειξη πλούτου, δεν κόμπαζε για τις «επιτυχίες» του, και μολονότι δεν αναγνώριζε ποτέ τα σφάλματά του, στην πράξη επιδείκνυε μια σπάνια ικανότητα επί τα κρείττω αλλοίωσης...

Μου μετέδωσε την αγάπη για την πατρίδα και, κατά έναν μάλλον αδιευκρίνιστο τρόπο, το αίσθημα του φόβου του Θεού, μολονότι ο ίδιος δεν υπήρξε τυπικά «θρησκευόμενος». Θα τολμούσα αν πω ότι αυτή η  ατυπική «θρησκευτικότητά» του (παρά τα στίγματα των αναπόφευκτων «πταισμάτων» που συνόδευσαν τον μακρό και πολυκύμαντο βίο του) σε συνδυασμό με την πηγαία ευσέβεια της γιαγιάς μου Ελευθερίας (από την πλευρά της μητέρας μου) συνέβαλαν τα μέγιστα (μετά Θεόν) στην στροφή μου προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και τον αρίφνητο πλούτο της παραδόσεώς της.

Το νόημα του ανθρώπινου βίου δεν αποτυπώνεται σε μαθηματικές εξισώσεις και η επιρροή που ασκεί ένας άνθρωπος στη ζωή μας δεν εξηγείται μόνον με όρους τεκμαρτής λογικής. Η απώλεια του πατέρα μου Δημήτρη, μολονότι αναμενόμενη λόγω των προβλημάτων υγείας και βεβαίως του προκεχωρημένου της ηλικίας του, είναι για μένα και τους οικείους του οδυνηρή. Έχασα έναν πατέρα που ήταν ταυτόχρονα, μέχρι τα στερνά του, φίλος, δάσκαλος και πρότυπο (όσο κι αν κάποιες από τις βιοτικές επιλογές του θα τις αποδοκίμαζα αναφανδόν  -εδώ θυμάμαι το στίχο του Ελύτη: «Παράξενο εἶναι / Πόσο ἀκατανόητα ζοῦμε ἀλλ' ἀπ' αὐτό κρεμόμαστε»).

Το πένθος της απώλειας, το άλγος από την αίσθηση, που ολοένα γεννιέται για να σβήσει αυτοστιγμεί, ότι θα τον συναντήσεις και πάλι σε κάποιο από τα σπίτια που κατά καιρούς έζησε, στις γειτονιές της Πάτρας, όπου κυρίως σύχναζε (Φιλοποίμενος, Πλατεία Γεωργίου Α΄), η γλυκιά αυταπάτη ότι «το έσκασε» για το αγαπημένο του Μόναχο (Hauptbahnhof, Schwanthalerstraße) μόνον για να μας εκπλήξει με την επανεμφάνισή του, πιστοποιούν στον «βιωμένο κόσμο» μου τον παραλογισμό του θανάτου, που διακόπτει την αμετάφραστη σε ανθρώπινη λαλιά χαρά της παρουσίας...

Κι όμως, όχι! Θα ήταν έτσι τα πράγματα «εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται».



Ο αγαπημένος μας Δημητράκης (έτσι τον έλεγε η σύζυγός μου Μαρία) κοιμήθηκε μεσούσης της αναστάσιμης περιόδου και ενώ καθημερινά στις Εκκλησιές μας αντηχεί ο αναστάσιμος παιάνας για τη νίκη του Θεανθρώπου Χριστού επί του παραλογισμού της αμαρτίας και του θανάτου. Αυτή είναι η πίστη μας, αυτή είναι η κοινή και αληθινή μας ελπίδα:

«Χριστός Άνέστη καί νεκρός οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι».  

    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου