Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Η Yπεραγία Θεοτόκος στην πίστη και τη ζωή της Εκκλησίας μας



Το νέο βιβλίο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου:
Οι θεομητορικές εορτές. Τά ἱστορικὰ καὶ θεολογικὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, (Ἱερὰ Μονὴ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου) Λεβαδεία 2016.




Μετά το περισπούδαστο πόνημά του για τις δεσποτικές εορτές, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1995, ο χαλκέντερος συγγραφέας και ιεράρχης της Ναυπάκτου έρχεται με το νέο ογκώδες βιβλίο του να συμπληρώσει ένα δίπτυχο αφιερωμένο στους μεγάλους σταθμούς του εορτολογικού κύκλου της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας. 


Το βιβλίο του Σεβασμιωτάτου «Οι θεομητορικές εορτές», που μόλις εκδόθηκε από την Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), αποτελεί ένα ολοκληρωμένο vademecum ορθόδοξης θεοτοκολογίας. Εξαίρετο γνώρισμα του πονήματος είναι η υπέρβαση των στεγανών ορίων μεταξύ των θεολογικών κλάδων, που υπαγορεύει η ξηρή ακαδημαϊκή παράδοση των τελευταίων δύο αιώνων στο νεοελληνικό κράτος: Ο Ναυπάκτου, με άλλα λόγια, δεν περιορίζεται στην προσέγγιση του θέματός του από μία και μόνον οπτική γωνία· πολύ περισσότερο, αποπειράται με θαυμαστή κυριαρχία του πηγαίου υλικού, βαθιά γνώση και υπαρξιακή βίωση της εκκλησιαστικής παραδόσεως μια προσέγγιση του άφατου μυστηρίου της Θεομήτορος στην οποία τα ιστορικά-εορτολογικά δεδομένα κάθε  εορτής συνεποπτεύονται με τη λειτουργική - υμνογραφική παράμετρο, ενώ παράλληλα αναδεικνύεται δεσπόζουσα η βαθύτερη δογματική σημασία των εορταζομένων γεγονότων.


Σταθερή πυξίδα αποτελεί η πατερική μαρτυρία, την οποία ο σεπτός ιεράρχης αναζητεί και συλλέγει με φιλοπονία ακάματης μέλισσας από τη μακραίωνη παράδοση των θεομητορικών ομιλιών Πατέρων της Εκκλησίας μας. Από τις σελίδες του βιβλίου του παρελαύνουν οι θεοφόροι και μυστολέκτες κήρυκες του μεγαλείου της Παναγίας, από τον Ιωάννη Θεσσαλονίκης, τον Ανδρέα Κρήτης, τον Γερμανό Κωνσταντινουπόλεως, τον ιερό Δαμασκηνό, τον Γεώργιο Νικομηδείας και τον Μόδεστο Ιεροσολύμων μέχρι τον ιερό Καβάσιλα, τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά αλλά και τον νεοπατέρα μας άγιο Νηκόδημο Αγιορείτη. Τούτο όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η παρουσίαση διολισθαίνει σε μια ξηρή ακαδημαϊκή πραγμάτευση πατερικών χρήσεων· κάθε άλλο: Ο συγγραφέας γνωρίζει να «μεταφράζει» στα καθ’ ημάς τον πατερικό λόγο, τον οποίο παρουσιάζει κατά τρόπο αβίαστο και φυσικό παρενείροντας στην ανάπτυξή του την υμνογραφική μαρτυρία (λαμπρό αλλά όχι μοναδικό δείγμα τα τρία στιχηρά τροπάρια του εσπερινού της εορτής του Ευαγγελισμού) καθώς και τον βιβλικό λόγο (έξοχο δείγμα η θεολογική ανάλυση της ωδής της Θεοτόκου από το Κατά Λουκάν!).



 Έτσι, ενώ στο πόνημα αυτό ο αναγνώστης μπορεί ευχερώς να διαγνώσει το γνώριμο στίγμα του άοκνου συγγραφέα και φέριστου θεολόγου (τουτέστιν τον απέριττο αλλά ακρότομο λόγο, τη θεολογική εμβρίθεια και την ποιμαντική αγωνία), εν τούτοις διαπιστώνει συνάμα ότι ο συγγραφέας «κρύπτεσθαι φιλεῖ»: Αποσύρεται διακριτικά από το προσκήνιο αφήνοντας ταπεινά μέσα από τη γραφίδα του να κυριαρχήσει στις σελίδες του το πάνσεπτο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπως αυτό διαζωγραφείται μέσα από τη λειτουργική βίωση του μυστηρίου της Παρθένου και του Υιού της, τη δοξολογική  ύμνηση του μεγαλείου της, και βέβαια τις πατερικές θεομητορικές ομιλίες οι οποίες, σε αντιστικτική υπήχηση προς τη μαρτυρία της λατρείας, προβάλλουν τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας μας για το πρόσωπο της Θεοτόκου ως έκφανση του χριστολογικού δόγματος. Γιατί ο Ναυπάκτου γνωρίζει και δεν παύει να υπενθυμίζει ότι στην ορθόδοξη Παράδοση είναι άγνωστη η κατά το ρωμαιοκαθολικό πρότυπο «Μαριολογία» ως αυτόνομος κλάδος της δογματικής· τουναντίον, το μυστήριο της υπεραγίας μητέρας του Θεού θεωρείται πάντοτε υπό το φως της Σαρκώσεως του Υιού Της, του «ἑνός τῆς ἁγίας Τριάδος», που φανερώθη σαρκί «ἵνα ἡμεῖς τοῦ ἀοράτου Πατρὸς ἔννοιαν λάβομεν» (Μ. Αθανάσιος).


Μετά την κατατοπιστική εισαγωγή το βιβλίο χωρίζεται σε έξι μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζεται η εορτή της Συλλήψεως της Θεομήτορος από την αγία Άννα, στο δεύτερο αναπτύσσεται το Γενέσιον της Θεοτόκου, το τρίτο είναι αφιερωμένο στα Εισόδια της Παναγίας μας στον Ναό και το τέταρτο στον Ευαγγελισμό της. Το πέμπτο μέρος παρουσιάζεται ως παρέκβαση από την σειρά των θεομητορικών εορτών προκειμένου ο σεπτός ιεράρχης να ενδιατρίψει στο ερώτημα για την παρουσία της Θεοτόκου στην Καινή Διαθήκη, ενώ το έκτο μέρος, με το οποίο κλείνει η κύρια πραγμάτευση, αφορά την τελευταία μεγάλη θεομητορική εορτή του εκκλησιαστικού ενιαυτού, την Κοίμηση της Θεοτόκου κι αειπαρθένου Μαρίας.


Δεν είναι της παρούσης η εκτενής ανάλυση των αναρίθμητων θεμάτων που θίγονται στο βιβλίο στο πλαίσιο της παρουσίασης τόσο του ιστορικο-εορτολογικού υποβάθρου όσο και του δογματικού (χριστολογικού, σωτηριολογικού και εσχατολογικού) περιεχομένου της κάθε εορτής. Περιορίζομαι σε μια άκρως επιλεκτική υπόμνηση πτυχών της ορθοδόξου πίστεως που υπογραμμίζονται με ιδιαίτερη θεολογική οξύνοια και ποιμαντική ευθύνη στις σελίδες του εν λόγω συγγράμματος.


Ξεχωρίζω την υπογράμμιση της ανθρωπολογικής ολοκληρίας του εμβρύου ως εμψυχωμένης ανθρώπινης ύπαρξης εξ άκρας συλλήψεως. Η αλήθεια αυτή έχει τεράστιες προεκτάσεις στον τρόπο με τον οποίο η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία καλείται να αξιολογήσει τις νέες προκλήσεις της βιοηθικής και βιοτεχνολογίας (έρευνα σε βλαστοκύτταρα κ.ά.). Περαιτέρω  υπογραμμίζω την ορθόδοξη έννοια του προπατορικού αμαρτήματος στους απογόνους του Αδάμ ως κληρονομικώς μεταδιδόμενης παθητότητας και θνητότητας από τα οποία το γένος μας λυτρώθηκε χάρη στη «διὰ σαρκός οικονομία» του Λόγου, στην οποία κατά θεία εκλογή υπούργησε η Θεομήτωρ. Εν προκειμένω ο Ναυπάκτου ανασκευάζει με βάση την ορθόδοξη ανθρωπολογία και σωτηριολογία την νεολατινική δοξασία περί «ασπίλου συλλήψεως της Παρθένου» αναδεικνύοντας την πατερική μαρτυρία περί της Θεομήτορος, η οποία συνελήφθη και γεννήθηκε από την αγία Άννα φέρουσα το προπατορικό αμάρτημα μόνον ως φθορά και παθητότητα. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η Παρθένος Μαριάμ γεννήθηκε ως ένας από εμάς και ήταν ένας από εμάς. Έτσι σε αντίθεση με την περί ασπίλου συλλήψεως της Παρθένου δόξα των Παπικών, η ορθόδοξη παράδοση εμμένει στο ανθρωπολογικό συνεχές μεταξύ ημών και της Θεοτόκου, ενώ παράλληλα διακηρύσσει την κατά προαιώνιο θεία εκλογή προσωπική σχετική αναμαρτησία της Θεομήτορος, δηλ. την αλήθεια ότι η θεοχαρίτωτη Κόρη δεν διέπραξε καμία απολύτως προσωπική αμαρτία ούτε σωματικώς ούτε κατά διάνοιαν. Εν τέλει καθαρίσθηκε από την προπατορική δουλεία στη φθορά κατά τον Ευαγγελισμό της (το Βάπτισμα και την προσωπική κατά πρόληψη Πεντηκοστή της) ευρισκόμενη ήδη παιδιόθεν σε κατάσταση δοξασμού χάρη στην ησυχαστική-νηπτική αγωγή, της οποίας η Παρθένος Μαρία είναι το πρότυπο ως η κορυφαία Γερόντισσα-ησυχάστρια

Στο πρόσωπο της Γερόντισσας-Παρθένου συνοψίζεται έτσι η αγιότητα του λαού του Θεού, ανακεφαλαιώνεται δηλ. η προφητική παράδοση του δοξασμού και της θεώσεως των δικαίων της Π.Δ,  (γεγονός που υπογραμμίζεται από την προσωνυμία της Παναγίας ως «ἕμψυχης Παλαιᾶς Διαθήκης») ενώ ταυτόχρονα εγκαινιάζεται ο εξεικονισμός του λαού της Καινής Διαθήκης, της Εκκλησίας του ενσάρκου Λόγου, της οποίας η Παναγία μας είναι ζωντανός τύπος.


Η ησυχαστική παράμετρος της προσωπικότητας και του βίου της Θεομήτορος εξαίρεται ιδιαιτέρως από τον Σεβασμιώτατο, ο οποίος, βασιζόμενος σε σχετική ομιλία του προέδρου των Θεσσαλονικέων και κήρυκα της θεουργικής χάριτος αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ιχνηλατεί το μυστικό φιλοκαλικό ημερολόγιο της Παρθένου στην κατάσταση της εν Χριστώ θεοπτίας. Με τον τρόπο αυτό ο Ναυπάκτου αναδεικνύει τη βαθύτερη σημασία της εορτής των Εισοδίων ως μνήμης του εν Χριστώ δοξασμού της Θεομήτορος και πρόσκλησης-πρόκλησης μίμησης του ησυχαστικού βίου της.  

 
Σημειώνω επίσης τις αναλύσεις για την κοίμηση της Παναγίας και την εν σώματι μετάστασή της, που αποτελεί την κατά πρόληψη των εσχάτων ανάσταση και ανάληψη της Θεομήτορος και ερμηνεύεται ως «μεταφύτευσή» της από «δόξης εἰς δόξαν». 
 
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί, μεταξύ πολλών άλλων, η παρουσίαση από τον Ναυπάκτου της θεοχαρίτωτης υπουργίας της Θεομήτορος στο μυστήριο της Σαρκώσεως του Λόγου επί τη βάσει του υμνογραφικού «τέξομαι τὸν ἄσαρκο, σάρκα ἐξ ἐμοῦ δανεισάμενον, ὅπως ἀναγάγῃ τὸν ἄνθρωπον  ὡς μόνος δυνατὸς εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀξίωμα διὰ τῆς συγκράσεως». 





Πρόκειται για σελίδες υψηλής δογματικής πυκνότητας, που ωστόσο δεν κουράζουν αλλά μυσταγωγούν «αναπαισθήτως» τον αναγνώστη στα ενδότερα της ορθόδοξης πίστεως. Στη συνάφεια αυτή ο συγγραφέας δράττεται της ευκαιρίας για να μιλήσει για την ιστορία της θείας οικονομίας μέσα από το πρίσμα των άκτιστων θεοφανειών του Λόγου, ο Οποίος ενδημεί ασάρκως στους πατριάρχες και προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και εν σαρκί στην Καινή Διαθήκη και εντεύθεν, αποκαλύπτοντας εν Εαυτώ τον Πατέρα με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Στην εν σαρκί φανέρωση του Λόγου, ο Ναυπάκτου εντοπίζει τη μείζονα διαφορά μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, γεγονός που του επιτρέπει να συμπεράνει ορθοδόξως ότι «κατά τα άλλα, η Ορθοδοξία είναι η διδασκαλία των Προφητών, των Αποστόλων και των Πατέρων».


Έπειτα αναλύει την «ες τ ρχαο ξίωμα» επιστροφή του ανθρώπου με όρους θεραπευτικής αποκατάστασης του «γνωμικού θελήματος» ως «φυσικού θελήματος» στην εν Χριστώ ατρεψία (Μάξιμος Ομολογητής).  Πάντα στην αυτή συνάφεια, ο Ναυπάκτου εκθέτει περιεκτικά το δόγμα της καθ’ υπόστασιν ένωσης των δύο φύσεων του ενός και μόνου Χριστού «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως» και ξεκαθαρίζει τη διαφορά της ορθόδοξης διδασκαλίας περί συνθέτου υποστάσεως του σαρκωμένου Λόγου από την κακόδοξη διδασκαλία περί «συνθέτου φύσεως» των Μονοφυσιτών. Γι’ αυτό και διευκρινίζεται ότι η  «συγκράσις» των δύο φύσεων του Χριστού δεν σημαίνει «αφομοίωση», ενώ η «σύγκρασις» στους πιστούς παραπέμπει στην κατά χάριν ένωσή τους «ἐν τῇ σαρκὶ τοῦ Λόγου» με το άκτιστο φως της Αγίας Τριάδος. Το υπερφυές αυτό γεγονός αντιδιαστέλλεται εμφατικά από τις δαιμονικές εμπειρίες εξωσωματικών «εκστάσεων», εφόσον οι άγιοι «φθάνουν στην θεωρία του ακτίστου Φωτός, … έσωθεν, μέσα από την καρδιά». 

Πρόκειται για την εν Πνεύματι σύλληψη, γέννηση και αύξηση του Χριστού εντός της καρδιάς των πιστών, γεγονός που τίθεται σε σχέση μυστικού εξεικονισμού προς το μυστήριο της Θεοτόκου, η οποία συνέλαβε «κατά σάρκα» τον Λόγο εκ Πνεύματος Αγίου. Τούτο έρχεται και πάλι να υπογραμμίσει τον απαραγνώριστο συνεργειακό ρόλο της Παρθένου στο μυστήριο της δια Χριστού σωτηρίας του γένους μας.
  


Κοντολογίς, τριαδολογία, χριστολογία, ανθρωπολογία και σωτηριολογία συναρθρώνονται αβίαστα μέσα σε ελάχιστες σελίδες διεισδυτικής ανάλυσης ενός θεομητορικού ύμνου. Αυτό δεν απορρέει μόνον από τη στερεή δογματική σκευή του συγγραφέα· είναι επιπλέον αναμφισβήτητα καρπός μακράς συγγραφικής πείρας, που ικανώνει τον επισκοπικό κάλαμο να πληροί την δαψίλεια του πνεύματος στην οικονομία του λόγου (μια εφαρμογή στην πράξη του «ξυραφιού του Όκκαμ»). Η παρατήρηση αυτή ισχύει ασφαλώς, πολύ περισσότερο, για το σύνολο του νέου πονήματος του αγίου Ναυπάκτου, το οποίο -τολμώ να ισχυρισθώ- άφοβα μπορεί να συγκαταριθμηθεί μεταξύ των ευχυμότερων συγγραφικών καρπών του. Η ορθόδοξη ελληνική βιβλιογραφία πλουτίζεται σίγουρα με το βιβλίο αυτό κατά τρόπο μοναδικό: Είναι το πρώτο βιβλίο που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί (παρά τις σημαντικότατες και πάντα χρήσιμες σχετικές μελέτες των Ι. Καλογήρου, Γ. Φίλια και Ευ. Σπουρλάκου) ως ένα μοναδικό «θεομητορικό πολύπτυχο». Η μελέτη του βιβλίου συνιστάται όχι μόνο στους θεολόγους και κληρικούς προκειμένου να γνωρίσουν σε βάθος το δογματικό και λειτουργικό πλούτο του θεομητορικού εορτολογίου· επιπλέον ενδείκνυται για κάθε καλλιεργημένο αναγνώστη που θα επιθυμούσε μια αξιόπιστη οικείωση με το μυστήριο της ορθόδοξης πίστεως.

2 σχόλια:

  1. Πολύ σημαντικό βιβλίο καταδεικνύει την σημασία της Υπεραγίας Θεοτόκου ως αρχέτυπου του γυναικείου φύλου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΘΑ ΣΥΜΒΑΛΕΙ ΣΤΗΝ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΑΡΧΕΤΥΠΑ ΥΠΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ -ΑΓ. ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ,ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΛΠ

    ΑπάντησηΔιαγραφή