Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Ισλάμ και τρομοκρατία. Μέρος Β΄


Συνέχεια και ολοκλήρωση της διάλεξής  μου για το ισλαμικό τζιχάντ και την τρομοκρατία (Άρτα, 29/01/2016)
Στο δεύτερο και τελευταίο μέρος της εισήγησής μου (βλ. το πρώτο στην προπροηγούμενη ανάρτηση) συνοψίζω τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με τη φύση του τζιχάντ, εξετάζω εν συντομία τα αίτια της έξαρσης της ισλαμικής τρομοκρατίας, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην πολιτισμική ορίζουσα του φαινομένου, και κλείνω με κάποιες -κατ' ανάγκην πρόχειρες- προτάσεις αντιμετώπισής του. (Σημείωση: Οι τρέχουσες εξελίξεις, ιδίως στη Συρία και στο Αιγαίο, με ανάγκασαν να προσθέσω κάποια σύντομα σχετικά σχόλια που δεν ακούστηκαν στην Άρτα).




Συνολική αποτίμηση των pro et contra

 Όμως επανερχόμενοι στην αποτίμηση του ισλαμικού τζιχάντ πρέπει να διευκρινίσω και να συνοψίσω: Είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο ιερός πόλεμος του ισλάμ ως προς μεν τους ειδωλολάτρες και τους πολυθεϊστές (σήμερα στον κατάλογο προστίθενται οι άθεοι και επομένως οι κομμουνιστές) έχει (ή οφείλει να έχει) τη μορφή ολοκληρωτικού πολέμου μεταστροφής τους στο Ισλάμ, ενώ ειδικά ως προς τους «λαούς της Βίβλου», Χριστιανούς δηλ. και Ιουδαίους, αποσκοπεί πρωτίστως στην υποταγή τους στην ισλαμική εξουσία και στον εξαναγκασμό τους στην καταβολή κεφαλικού φόρου. Με άλλα λόγια, για να επαναλάβουμε την απόφανση του Λουτς Μπέργκερ, ενός από τους καλύτερους γνώστες του Ισλαμ στην Γερμανία:

"Για τους μουσουλμάνους μέχρι και τον ύστερο 19ο αιώνα ήταν ευρέως αποδεκτό ότι με τον όρο τζιχάντ δηλωνόταν πρωτίστως η ανάληψη στρατιωτικής δράσης για την εξάπλωση του Ισλάμ". Μόνο οι μουταζιλίτες, ένα θεολογικό ρεύμα του 9ου αιώνα, επέκριναν τον βίαιο εξαναγκασμό ως μέσο επιβολής του Ισλάμ επισημαίνοντας το γεγονός ότι η επιλογή της θρησκευτικής πίστης πρέπει να είναι ελεύθερη, γιατί σε διαφορετική περίπτωση εξουδετερώνεται η έννοια της τιμωρίας ή της επιβράβευσης γι’ αυτήν την επιλογή· όμως οι μουταζιλίτες θεωρήθηκαν τελικώς από το ορθόδοξο σουνιτικό Ισλάμ αιρετικοί και δεν άσκησαν καμία περαιτέρω επιρροή επί του προκειμένου.

Μια πραγματική απόπειρα μεθερμηνείας του τζιχάντ, όπως σημειώθηκε αναλήφθηκε μόλις στον 19ο αιώνα από μουσουλμάνους διανοητές, οι οποίοι υπό το βάρος των στρατιωτικών αποτυχιών του μουσουλμανικού κόσμου λόγω της υπεροχής της αποικιοκρατικής Δύσης έστρεψαν την προσοχή τους σε άλλες πτυχές του τζιχάντ. Σε εκσυγχρονιστικούς ισλαμικούς κύκλους τονίστηκε έτσι ιδιαίτερα το τζιχάντ ως αμυντικό καθήκον, ως υποχρέωση υπεράσπισης των απειλούμενων ισλαμικών περιοχών και διασφάλισης της θρησκευτικής ελευθερίας (των μουσουλμάνων εννοείται). Μέχρι σήμερα η αμυντική αυτή αντίληψη υιοθετείται από εκπροσώπους της ιδέας ενός τζιχάντ ενσωματωμένου πλήρως στο πλαίσιο αναγκών του κοσμικού κράτους. Αυτό συνέβη στην κεμαλική ιδίως Τουρκία, στην οποία η στρατιωτική θητεία στον τακτικό τουρκικό στρατό εξισώνεται από τους κρατικούς θεολόγους με εκπλήρωση του καθήκοντος της τζιχάντ. (Η ιδέα αυτή βέβαια, λόγω της εκρηκτικής δυναμικής που εγγενώς κομίζει, εμένα τουλάχιστον δεν με καθησυχάζει…)

 Όμως, αν παραβλέψουμε την Τουρκία η οποία αποτελεί ένα sui generis φαινόμενο, το πρόβλημα παραμένει: Οι εκσυγχρονιστικές απόπειρες ανανοηματοδότησης του τζιχάντ ως πολέμου πρωτίστως αμυντικού αφ’ ενός πάσχουν λόγω του εξόχως ασαφούς χαρακτήρα της έννοιας της «άμυνας», αφ’ ετέρου δεν αναιρούν το δομικό στοιχείο της ισλαμικής αντίληψης για τον κόσμο, που ήδη θίξαμε και συνοψίζει ο διαπρεπής Γάλλος ισλαμολόγος Β. Ετιέν: Το τζιχάντ είναι βαθύτερα και ουσιαστικώς θρησκευτική υποχρέωση διότι στοχεύει –μέσω της απολύτου επικρατήσεώς του- στην ολοκληρωτική εξάλειψη του κακού στον κόσμο. Δεν είναι δυνατόν να επέλθει ειρήνη στον κόσμο όσο υφίσταται το κακό, δηλ. ο οίκος του πολέμου προς τον οποίο αντιπαρατίθεται ο οίκος του ισλάμ. Από αυτήν την άποψη, όπως γράφει ο Μάζης, σε επίπεδο διεθνών σχέσεων η ειρήνη δίνει τη θέση της σε προσωρινές ανακωχές, οι «οποίες όχι μόνον είναι δυνατόν αλλά και πρέπει να διακοπούν… όταν αυτό συνάδει προς το συμφέρον του Ισλάμ».

Επισημαίνεται ακόμα από ισλαμολόγους, όπως ο Μπουαζάρ ή ο δικός μας Νικολάου-Πατραγάς, ότι η κήρυξη και η διεξαγωγή του τζιχάντ αποτελεί αντικείμενο νομικής ρύθμισης. Αυτό είναι οπωσδήποτε αληθές· όμως ουδόλως μεταβάλλει τον βίαιο χαρακτήρα του, όπως ακριβώς το γεγονός ότι το αρχαίο ρωμαϊκό δίκαιο αναγνώριζε και ρύθμιζε τη διεξαγωγή «δίκαιου πολέμου» (justum bellum) δεν απομειώνει ούτε κατ’ ελάχιστο το βίαιο χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής της αρχαίας Ρώμης και το γεγονός ότι η παγκόσμια εξάπλωσή της εκτιλύχθηκε ως μια αλυσίδα βιαιοπραγιών, οι οποίες υπό συγκεκριμένες συνθήκες προσέλαβαν ακόμα και την μορφή πολέμου ολοκληρωτικής εξολόθρευσης του αντιπάλου, όπως συνέβη στην τραγική περίπτωση της Καρχηδόνας.

Επομένως, ενώ αναγνωρίζω ότι η πέραν πάσης λογικής δολοφονική δράση των μαστουρωμένων τεράτων του ΙΣΙΣ, της Αλ Κάιντα, της Χιζμπ αλ Ταχρίρ, της Μπόκο Χαράμ και αναρίθμητων άλλων δεν ταυτίζεται με αυτό που η ισλαμική παράδοση κατανοεί, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, ως τζιχάντ, εντούτοις υποχρεούμαι να παραδεχθώ ότι η βία, έστω και υπό τη μορφή νομικά ρυθμιζόμενης ιεροπολεμικής έκφανσης, αντιπροσωπεύει θεμελιώδη ορίζουσα της μουσουλμανικής θεωρίας και πράξης ήδη από τις απαρχές της ιστορικής εμφάνισης του ισλάμ. Εξάλλου δίχως χρήση βίας, και μάλιστα εμφύλιας, είναι λίαν αμφίβολο ότι ο Μωάμεθ και οι σύντροφοί του θα είχαν καταφέρει να επιβληθούν ακόμα και στην ίδια την αραβική χερσόνησο, πόσο μάλλον οι διάδοχοι του να εξαπλώσουν την κυριαρχία της ούμμα σε περιοχές με πολιτισμική παράδοση χιλιάδων ετών παλαιότερη από τους σκληροτράχηλους πολεμιστές της ημισελήνου.


Αίτια

 Όλα τα ανωτέρω όμως δείχνουν ότι αρκετοί σήμερα λησμονούν τη δραστική δυναμική που αναπτύσσεται στις ανθρώπινες κοινωνίες από τον πολιτισμικό παράγοντα, το βάρος δηλ. της ιστορικής κληρονομιάς και τις ιδιαιτερότητες επί μέρους λαών που ορίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτισμικές διαφορές. Αν ο κοινωνικός αποκλεισμός και η οικονομική ανέχεια, αλλά και τα ενεργειακά συμφέροντα των μεγάλων του πλανήτη αρκούσαν από μόνα τους για να εκκολαφθεί και να γεννηθεί το τρομοκρατικό φαινόμενο, τότε γιατί κάτι τέτοιο δεν συνέβη στην Ινδία, όπου η αποικιοκρατική εκμετάλλευση από τους Βρετανούς υπήρξε μακρά, οι κοινωνικές αντιθέσεις κάτι περισσότερο από αβυσσαλέες, αλλ’ εντούτοις ένας εξαγώγιμος ινδουϊστικός τρόμος, κατά τα πρότυπα του ισλαμικού, είναι ανύπαρκτος; Και από την άλλη πλευρά: Γιατί το τρομοκρατικό φαινόμενο σοβεί από δεκαετίες στην καρδιά της πλούσιας καπιταλιστικής Ευρώπης με την μορφή του ΙΡΑ στην Βρετανία και της ΕΤΑ των Βάσκων στην Ισπανία, μολονότι η συνιστώσα της κοινωνικοοικονομικής καταπίεσης απουσιάζει ολοκληρωτικά, όπως στην περίπτωση των εθνικιστών Βάσκων, ή είναι σε κάθε περίπτωση δευτερεύουσας σπουδαιότητας; Ορθά επομένως ο Ι. Μάζης επισημαίνει ότι «οι πολιτισμικές διαφορές, κυρίως, και η βαρύτης που έχουν στο επίπεδο του κοινωνικού ασυνειδήτου δημιουργούν τις προϋποθέσεις εκείνες που οδηγούν στην τρομοκρατική δράση περισσότερο ακόμη και από τους οικονομικούς παράγοντες τους οποίους θα προέκρινε μια συμβατική μαρξιστική ανάλυσις του φαινομένου της τρομοκρατίας».

Όσον αφορά ειδικότερα την ισλαμιστική τρομοκρατία ο ίδιος ερευνητής, συνεχίζει, λέγοντας ότι έχουμε να κάνουμε με μια «ιδεολογικής μορφής προσήλωση καθαρώς πολιτισμικού τύπου, δηλ. την διαστροφή της θρησκείας προς την πολιτική και την παραστρατιωτική δράση», στην οποία εντούτοις «συμβάλλει ενισχυτικώς και η θεολογική αμφισημία της ουσίας της εν λόγω θρησκείας», δηλ. του ισλάμ (163-164).

Αυτή ακριβώς την αμφισημία προσπάθησα να καταδείξω με βάση το συγκεκριμένο παράδειγμα του τζιχάντ, που επέλεξα να θέσω ως κέντρο της σημερινής εισήγησης. Όμως το πρόβλημα του τρομοκρατικού ισλαμισμού δεν μπορεί να εξαντληθεί στην ανάλυση της έννοιας του τζιχάντ, και την ανάδειξη της σαλαφιτικής ριζοσπαστικοποίησης ιεροπολεμικών στοιχείων, που ούτως ή άλλως αποτελούν δεσπόζουσα ορίζουσα του ισλάμ ήδη από τις απαρχές του.

Το σαλαφιτικό Ισλάμ συνιστά μια υπαρκτή και ολοένα ογκούμενη απειλή. Η διεθνής του σαλαφισμού (επιτρέψτε μου τον όρο αυτό) αντιπροσωπεύει ήδη ένα αυτοδύναμο μέγεθος με προσίδια δυναμική. Δεν ωφελεί διόλου να υποβαθμίζουμε το ζήτημα υποδεικνύοντας την CIA ή οποιαδήποτε άλλα μυστικά κέντρα και υπηρεσίες ως αποκλειστικά υπεύθυνους για τις εξελίξεις. Εγώ προσωπικά θα ήμουν ο τελευταίος που θα απέκλειε εμπλοκή μυστικών υπηρεσιών. Όμως φρονώ ότι δεν κερδίζουμε το παραμικρό αποδυόμενοι αποκλειστικά και μόνον σε ατέρμονες συζητήσεις για το ρόλο τους. Αυτό είναι σίγουρα ένα είδος αποποίησης ευθυνών, μια μορφή συλλογικού στρουθοκαμηλισμού: Αρνούμαστε να δούμε μια πραγματική και παρούσα απειλή βουλιάζοντας στο τέλμα καφενόβιων φλυαριών περί σκοτεινών κέντρων, τα οποία όλως τυχαίως είναι πάντοτε δυτικά και ποτέ ανατολικά ή ενδοϊσλαμικά. Όποια και αν ήταν η συμμετοχή των Αμερικανών αλλά και των σοβιετικών, παλαιότερα στα χρόνια της εισβολής του κόκκινου στρατού στο Αφγανιστάν, στη γένεση της εξαγώγιμης τρομοκρατίας των μουτζαχεντίν, ο ισλαμισμός σήμερα έχει αποκτήσει οργανωτική επάρκεια, στρατηγική βάθους χρόνου, πληθώρα καλά εκπαιδευμένων μαχητών, που σε αντίθεση με τους πνευματικά απισχνασμένους λαούς της Δύσης, εμφορούνται από ένα θρησκευτικό ψυχωτισμό, ο οποίος μόνον με τον δολοφονικό μαιναδισμό των ευριπίδειων Βακχών μπορεί να αντιπαραβληθεί.

Και μολονότι δεν αγνοώ τις ειδήσεις (ή τις φήμες) που κυκλοφορούν για το ρόλο των δυτικών μυστικών υπηρεσιών στην ανάπτυξη του ριζοσπαστικού ισλάμ (πρόχειρα αναφέρω την άποψη σύμφωνα με την οποία η μετακανταφική κυβέρνηση της Λιβύης σε συνεργασία με τον «σουλτάνο» της γείτονος και την αμερικανική κυβέρνηση, παρακαλώ, συνεργάζονται με τον τζιχαντιστή Αμπνελχακίμ Μπελχάτζ, ο οποίος εφοδιάζει λάθρα με όπλα την συριακή αντιπολίτευση), παρόλα αυτά υπογραμμίζω ότι παράλληλα ο διεθνής τζιχαντισμός χρηματοδοτείται από ένα ευρύ χρηματοπιστωτικό δίκτυο, που ελέγχει η Σαουδαραβία, το ουαχαμπιτικό κέντρο παγκόσμιας στήριξης του Ισλαμισμού, ενώ μια σειρά από κράτη, όπως το Κατάρ και το κράτος ζόμπι που ακούει στο όνομα Τουρκία, σχετίζονται με τον ΙΣΙΣ, τον οποίο πολλαπλώς στηρίζουν.

(Ειρήσθω εν παρόδω, ειδικά σε σχέση με τον εγκληματικό ρόλο της Τουρκίας, πως το γεγονός ότι οι ισχυροί του δυτικού κόσμου παραβλέπουν την κυνική συνέργειά της στην εκτροφή του σαλαφιτικού τέρατος, μπορεί να «κατανοηθεί» λόγω του ειδικού γεωπολιτικού βάρους της γείτονος, αλλά όχι να δικαιολογηθεί· το ότι όμως ότι τμήμα του ελληνικού πολιτικού κόσμου και τα εγχώρια ΜΜΕ σιωπούν εξακολουθώντας να τροφοδοτούν το μύθο μιας σύγχρονης δημοκρατικής Τουρκίας, ούτε δικαιολογείται αλλά ούτε και κατανοείται· μάλλον προκαλεί ανομολόγητες υποψίες…). Επιπλέον, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο, η διεθνής του σαλαφισμού φαίνεται ότι απολαμβάνει τη σιωπηρή τουλάχιστον υποστήριξη της πλειοψηφίας των ανά την οικουμένη οπαδών του «προφήτη».

 Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ανέρειστος, αφού έχω υπ’ όψη μου δύο στατιστικές που τον καθιστούν τουλάχιστον πιθανό: Η πρώτη αφορά το ποσοστό του πληθυσμού στις μεγάλες μουσουλμανικές χώρες που επιθυμεί την ολοκληρωτική επιβολή της σαρίας, του ισλαμικού νόμου. Σύμφωνα λοιπόν με δημοσκόπηση που διενεργήθηκε μεταξύ  σαράντα χιλιάδων μουσουλμάνων σε διάφορες ισλαμικές χώρες η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων τους υποστηρίζουν την υιοθέτηση της σαρίας ως επίσημου νόμου του κράτους τους: Τα σχετικά ποσοστά ξεκινούν από 71% στην Ιορδανία και φτάνουν μέχρι και το 99% στο Αφγανιστάν.

Τι είναι όμως η σαρία; Σε αντίθεση με ό, τι υποστηρίζει ο χρηματοδοτούμενος από τον Τζ. Σόρος μουσουλμάνος ακτιβιστής Ουατζαχάτ Άλι, η σαρία δεν είναι απλώς «ο ιδεώδης νόμος του Αλλάχ όπως ερμηνεύεται μουσουλμάνους λογίους ανά τους αιώνες και αποσκοπεί στην δικαιοσύνη και την ευσπλαχνία». Πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό νομικό κώδικα, αφού αγκαλιάζει το σύνολο της ζωής του πιστού και αποσκοπεί στη ρύθμιση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας της ζωής του.  Συνιστά έτσι την τέλεια έκφραση του θελήματος του Θεού και γι’ αυτό η αυθεντία της υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης δικαϊκής τάξης ή νομικού συστήματος, ακόμα και σε ζητήματα που στον χριστιανικό κόσμο εμπίπτουν παραδοσιακά στην πολιτική, το δημόσιο ή το ποινικό δίκαιο: Η φράση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «ἀπόδοτε τὰ τοῦ καίσαρος τῷ καίσαρι, καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» είναι παντελώς ξένη προς το πνεύμα της σαρίας, εφόσον εξαρχής το ισλάμ αυτοκατανοείται ως θρησκευτικό και ταυτόχρονα στον ίδιο βαθμό ως πολιτικό μέγεθος.

Αν, περαιτέρω, αναλογισθεί κανείς ότι στην σαρία συμπεριλαμβάνεται πλήθος διατάξεων που αντιβαίνουν ευθέως όχι μόνον προς τον νομικό πολιτισμό της νεωτερικής δύσης, αλλά ακόμα και στον σκληρό πυρήνα της κλασικής παιδείας μας αλλά και της ορθόδοξης εκκλησιαστικής μας παραδόσεως (απάνθρωπες ποινές, υποβιβασμός και κακοποίηση γυναικών, πολυγαμία, ακραίες τιμωρίες για προσβολή θρησκευτικών συμβόλων κ.ά.), αντιλαμβάνεται εύκολα ότι οι εισηγήσεις των προοδευτικών υποστηρικτών της πολυπολιτισμικότητας είναι τουλάχιστον αυτοαντιφατικές: Πολύ απλά, είναι αδιανόητη η εφαρμογή της σαρίας εντός της επικρατείας σύγχρονου δημοκρατικού κράτους, διότι αυτό θα οδηγήσει αυτομάτως σε διαρκή σύγκρουση δύο αλληλοαποκλειόμενων εννόμων τάξεων, που θα διεκδικούν εφαρμογή επί του αυτού εδάφους.  Η άποψη που υποστηρίζει την αναγνώριση στον ίδιο βαθμό όλων ανεξαιρέτως των δικαιωμάτων, όσο ασύμβατα και αν είναι μεταξύ τους, οδηγεί στην πράξη σε αναίρεση κάποιων εξ αυτών. Με άλλα λόγια: Η πολυπολιτισμικότητα είναι μύθος και ο ουδετερισμός αυτοαντιφατικός!

Η δεύτερη δημοσκόπηση είναι εξίσου ανησυχητική: Αφορά το ποσοστό των μουσουλμάνων που υποστηρίζουν την εφαρμογή των λεγόμενων hudud ποινών του ισλαμικού δικαίου. Πρόκειται για μια κατηγορία ποινών εξόχως απάνθρωπων, που αφορούν εγκλήματα που στρέφονται εναντίον του Αλάχ αλλά και κοινότερες παραβάσεις όπως, κλοπή, μοιχεία, ή ένοπλη ληστεία. Τα ποσοστά υποστήριξης της εφαρμογής τους είναι και πάλι υψηλά: Υπέρ του λιθοβολισμού γυναίκας που καταδικάστηκε για μοιχεία εμφανίζεται το 56% στο Ιράκ, το 66% στη Μαλαισία, το 81%  στο Αφγανιστάν και το 88% στο Πακιστάν. Παρόμοια είναι τα ποσοστά σχετικά με άλλες ποινές της ίδιας κατηγορίας.

Τα ανωτέρω συνοψίζει καίρια ο Glenn Beck «Υπάρχει ένα πράγμα που ενώνει όλες τις τρομοκρατικές ισλαμιστικές οργανώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο: Από την Αλ Κάιντα στην Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος, … και από την Μουσουλμανική αδεφότητα στους καμικάζι τζιχαντιστές,  όλοι επιθυμούν να καταστήσουν τη σαρία νόμο του κράτους οπουδήποτε στη γη».
 

Ανακεφαλαίωση - Συμπέρασμα

Γίνεται, φρονώ, ευχερώς αντιληπτό ότι η ακόμα και η πλέον λεπτοφυής απολογητική δεν καταφέρνει να συγκαλύψει τον δομικό ρόλο που διαδραματίζει το τζιχάντ τόσο στο επίπεδο των καταστατικών κειμένων του Ισλάμ, όσο και στην ιστορική εξέλιξη του. Η βία με την μορφή ιερού πολέμου δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί δομικό χαρακτηριστικό τη θρησκείας που κήρυξε με το ξίφος ένας συνοδός καραβανιών από την αραβική φυλή των Κουραϊσιτών ονόματι Μωάμεθ. Είναι βέβαια αληθές ότι στο ορθόδοξο παραδοσιακό Ισλάμ η ιεροπολεμική βία, δηλ. το τζιχάντ, διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες ιερού δικαίου, η δε κήρυξή του πρέπει να ακολουθήσει συγκεκριμένο τυπικό και να κηρυχθεί από τον αρχηγό της ούμμα. Από την άποψη αυτή οι πολλαπλές παραβιάσεις των σχετικών με το τζιχάντ διατάξεων του ισλαμικού δικαίου, που καταγράφονται στην ιστορία, πολύ δε περισσότερο η κτηνώδης δολοφονικότητα του σύγχρονου σαλαφιτικού φονταμενταλισμού του ΙΣΙΣ και παρεμφερών οργανώσεων, δεν επιτρέπεται να ταυτίζεται με την παραδοσιακή έννοια του τζιχάντ.
 Όμως κι αν ακόμα κάτι τέτοιο γίνει αποδεκτό, παραμένει γεγονός αναντίρρητο το ότι η ένοπλη βία προς διάδοση της πίστης στον Αλλάχ και τον προφήτη του προβλέπεται και προβάλλεται από τα καταστατικά κείμενα της ισλαμικής πίστης, δηλ. το κοράνι, και κυρίως τις γνήσιες χαντίθ, ενώ μετασχηματίζεται σε πράξη οσάκις οι περιστάσεις το επιτρέπουν: Ολόκληρη η ιστορία της εξάπλωσης του Ισλάμ από το λίκνο του στην αραβική έρημο μέχρι τα Πυρηναία προς Δυσμάς και την Ινδία προς Ανατολάς μπορεί κάλλιστα να ιδωθεί ως μια διαρκώς εφαρμοζόμενη στην πράξη ιεροπολεμική διαδικασία εξάπλωσης της ισλαμικής ούμμα (κοινότητας). Η διαδικασία αυτή διακοπτόταν κάθε φορά που το χαλιφάτο (είτε αραβικό αρχικά, είτε οθωμανικό στη συνέχεια) ή οποιαδήποτε άλλο ισλαμικό κράτος συναντούσαν υπέρτερο ή ισοδύναμο στρατιωτικά αντίπαλο (αυτό για παράδειγμα έγινε κατά την περίοδο της βυζαντινής ακμής, οπότε τα ρωμαϊκά όπλα εξανάγκασαν τους εμίριδες να αρχίσουν να εξοικειώνονται κάπως με τους κανόνες του τότε διεθνούς δικαίου), ή περιέπιπτε στη δίνη δυναστικής κρίσης με εμφυλιοπολεμικά χαρακτηριστικά.

Αυτό με άλλη διατύπωση σημαίνει ότι η ισλαμική ιστορία μπορεί να κατανοηθεί με όρους μιας διαρκούς πολεμικής εξάπλωσης, η οποία διακόπτεται από μακρά πολλές φορές αλλά πάντοτε προσωρινά διαλείμματα ανακωχών.

Είναι ευχής έργον ότι ένας τουλάχιστον ηγέτης διεθνούς εμβέλειας, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν, εξαπέλυσε ήδη από αέρος επιχείρηση τερματισμού του σαλαφιτικού αίσχους στη Συρία. Σπεύδω να προλάβω τυχόν μομφή για ρομαντική ρωσοφιλία λέγοντας ότι ασφαλώς και δεν αγνοώ τις γεωστρατηγικές επιδιώξεις των Ρώσων στην περιοχή, οι οποίοι με τον τρόπο αυτό βρίσκουν την ευκαιρία να επιστρέψουν και να εγκατασταθούν στη Μ. Ανατολή, από όπου τους είχε εκδιώξει με τις πλάτες των ΗΠΑ προ δεκαετιών ο Ανουάρ Σαντάτ. Όμως ενόψει μείζονος κακού, η συνταγή που εφαρμόζει ο Πούτιν συμπυκνώνει πεντόσταγμα πείρας: όσο πιο γρήγορα και αποφασιστικά δράσει κανείς έναντι μιας ογκούμενης απειλής, τόσο μεγαλύτερες είναι πιθανότητες επιτυχίας. Εξάλλου, την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές οι δυνάμεις του ΙΣΙΣ φαίνεται να υφίστανται καίριο πλήγμα από την ρωσική αρκούδα. Το γεγονός αυτό από μόνο του γεννά, μεταξύ άλλων, πολλά και πιεστικά ερωτηματικά για τους προηγηθέντες «ατελέσφορους» αμερικανικούς βομβαρδισμούς εναντίον του «χαλιφάτου»...

Θα συνόψιζα λέγοντας ότι η ιεροπολεμική βία ενυπάρχει εξαρχής στο γονότυπο του Ισλάμ. Το αν και κατά πόσο θα επικαθορίσει και τον φαινότυπο εξαρτάται σε κάθε φορά από τον ευρύτερο γεωπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων και από την ιδεολογικοπολιτική και κοινωνική συγκυρία στο εσωτερικό τους ούμμα. Με βάση τα δεδομένα αυτά απαιτείται το ταχύτερο δυνατό η χάραξη εθνικής πολιτικής αντιμετώπισης της λαθρομετανάστευσης και πιστής εφαρμογής της. Απόψεις του τύπου «δεν υπάρχουν θαλάσσια σύνορα», θα ήταν ανάξιες λόγου εάν δεν εξέρχονταν εσχάτως εκ του «έρκους πρωθυπουργικών οδόντων»…

Πρακτικά λοιπόν η είσοδος στη χώρα μας οιουδήποτε άνευ νομίμων εγγράφων θα πρέπει να θεωρείται παράνομη και ως τέτοια να αντιμετωπίζεται (άλλο θέμα είναι βέβαια οι πρόσφυγες λόγω πολέμου). Η επιμονή ορισμένων να αποκαλούν τους παρανόμως εισερχομένους στη χώρα απλώς ως μετανάστες και όχι παράνομους μετανάστες απλώς ισοδυναμεί με περιφρόνηση της ελληνικής έννομης τάξης και άρα άτυπη κατάργηση της εθνικής μας κυριαρχίας. Αυτοί οι ίδιοι που δείχνουν τέτοια ευαισθησία στην ονοματολογία, και αρνούνταν μέχρι πρό τινος πεισματικά τη φύλαξη των θαλασσίων συνόρων μας σε συνεργασία με την ευρωπαϊκή Frontex, κατάπιαν διά…  τηλεφώνου αμάσητη την απόφαση Μέρκελ-Νταβούτογλου να αναλάβει την αστυνόμευση του Αιγαίου το ΝΑΤΟ με ό,τι μπορεί αυτό να συνεπάγεται για την ελληνική εθνική κυριαρχία…

Ακόμα, οι περίπου ένα εκατομμύριο μουσουλμάνοι που βρίσκονται στη χώρα μας θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ιδιαίτερης μέριμνας από τις αρχές ασφαλείας της χώρας μας. Επιπλέον οι άνθρωποι αυτοί συγκεντρώνονται για προσευχή σε υπόγειους χώρους ή αυτοσχέδια τζαμιά. Ενδείκνυται να οικοδομηθεί σε συγκεκριμένο χώρο (εκτός κέντρου πόλεως και με απόλυτο σεβασμό προς το αρχιτεκτονικό αποτύπωμα του περιβάλλοντος) κατόπιν αδείας και εποπτείας των Ελληνικών αρχών τέμενος, στο οποίο δεν θα δρουν, όπως ενδεχομένως συμβαίνει τώρα, αγνώστου ταυτότητας ιεροδιδάσκαλοι και πράκτορες του τζιχαντισμού, αλλά πιστοποιημένοι από το ελληνικό κράτος επικεφαλής προσευχής. Οίκοθεν νοείται ότι η κατάρτιση των μουσουλμάνων ιεροδιδασκάλων δεν μπορεί να γίνεται σε τμήμα ισλαμικών σπουδών ενταγμένο σε … Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή της χώρας, όπως προτείνεται· θα αρκούσε η ένταξη των εν λόγω σπουδών σε τμήμα Θρησκειολογίας ή Διεθνών Σχέσεων κάποιου ελληνικού Πανεπιστημίου.

Παράλληλα θα πρέπει να ζητηθεί επίμονα η αρωγή της ΕΕ η οποία μεταξύ άλλων θα πρέπει να κατανοήσει ότι η πρόκληση των μεταναστευτικών ροών δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθεί από την Ελλάδα ακόμα και αν αυτή η τελευταία αποκτήσει αίφνης πολιτική ηγεσία και διοικητικό προσωπικό πλήρως προσηλωμένο στο καθήκον της περιφρούρησης των συνόρων της. Η υποκριτική στάση κάποιων τουλάχιστον εταίρων μας έναντι του προβλήματος είναι δεδομένη. Στο χέρι μας είναι να μην καταστεί και επικίνδυνη…

Ένας ποιητής έγραψε κάποτε: «Μήπως είναι καιρός να ξυπνήσετε γιατί τα όνειρά σας είναι άσχημα;». Ας λάβουμε υπό όψη μας την προτροπή αυτή, τόσο εμείς όσο και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας· πριν είναι για όλους μας πολύ αργά….  





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου